Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Υπερπολλαπλάσια η ακραία φτώχεια στην πτωχευμένη Ελλάδα, σύμφωνα με το Οικονομικό Πανεπιστήμιο: Το Μνημόνιο πιάνει τους στόχους του

Η Ομάδα Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, εξέδωσε την επικαιροποιημένη εκτίμησή της για την «ανατομία της φτώχειας στην Ελλάδα του 2013» και τα στοιχεία είναι άκρως ανησυχητικά.

Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, Μάνο Ματσαγγάνη και Χρύσα Λεβέντη, το μέγεθος της φτώχειας και η εξέλιξή της εξαρτώνται από το ύψος του ορίου φτώχειας. Στην ανάλυσή τους οι επιστήμονες χρησιμοποιούν τρεις δείκτες: το κυμαινόμενο όριο σχετικής φτώχειας (ίσο με 60% του διαμέσου εισοδήματος), το σταθερό όριο σχετικής φτώχειας (ίσο με 60% του διαμέσου εισοδήματος του 2009, σε σταθερές τιμές), και το όριο ακραίας φτώχειας (ίσο με το κόστος ενός βασικού καλαθιού αγαθών απαραίτητου για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης).

Όπως διαπιστώνουν ότι το ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα χαμηλότερο από το συμβατικό όριο σχετικής φτώχειας αυξάνεται αργά αλλά σταθερά. Εναλλακτικά, υπολόγισαν ότι ο αριθμός όσων θα θεωρούσαμε φτωχούς πριν το ξέσπασμα της κρίσης, φτάνει πλέον το 41% του πληθυσμού. Επί πλέον, εκτιμούν ότι 1 στους 7 έχει σήμερα εισόδημα κάτω από το όριο ακραίας φτώχειας, όταν το 2009 ήταν 1 στους 9 και μόλις 1 στους 45 το 2009. Ο κύριος μηχανισμός διόγκωσης της φτώχειας, εκτιμούν οι επιστήμονες, είναι η κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των ανέργων, σε συνδυασμό με τα τραγικά κενά που παρουσιάζει το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας. Και καταλήγουν, επισημαίνοντας πως η αντιμετώπιση του «νέου κοινωνικού ζητήματος» είναι αδύνατη χωρίς γενναία στροφή στην κοινωνική πολιτική…

Αναλυτικά, το ποσοστό σχετικής φτώχειας με βάση ένα κυμαινόμενο όριο φαίνεται να έχει αυξηθεί λίγο την τελευταία τετραετία (+3 ποσοστιαίες μονάδες). Όμως, το ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα κάτω από ένα σταθερό όριο (το τιμαριθμικά αναπροσαρμοσμένο όριο φτώχειας του 2009) έχει υπερδιπλασιαστεί, υποδηλώνοντας ότι ο αριθμός όσων θα θεωρούσαμε φτωχούς πριν το ξέσπασμα της κρίσης έχει αυξηθεί σημαντικά. Από την άλλη, ο αριθμός των οικογενειών με χαμηλότερο εισόδημα από το κόστος ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης έχει αυξηθεί δραματικά σε 14% το 2013 (από 2% το 2009). Η κάθοδος στην ακραία φτώχεια ενός τόσο υψηλού (και αυξανόμενου) τμήματος του πληθυσμού αποκαλύπτει την αδυναμία του συστήματος κοινωνικής προστασίας να αποτρέψει την ακραία φτώχεια σε συνθήκες βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης.

Πράγματι, η φτώχεια των ανέργων έχει φτάσει σε επίπεδα συναγερμού και επειδή το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα (αντίθετα από ό,τι συνέβη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες) απέτυχε να ανταποκριθεί στην αύξηση του αριθμού των ανέργων θέτοντας σε κίνηση συμπαγείς μηχανισμούς στήριξης του εισοδήματος τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το δεύτερο τρίμηνο του 2013 ο αριθμός των ανέργων είχε ξεπεράσει το 1 εκατομμύριο 350 χιλιάδες, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ ο αριθμός όσων ελάμβαναν τακτικό επίδομα ανεργίας το ίδιο τρίμηνο ήταν 158 χιλιάδες: με άλλα λόγια, μόλις 1 στους 9 ανέργους (ποσοστό 11,7%).

Η εργασία επιβεβαιώνει ότι η θεαματική αύξηση του αριθμού των ανέργων, σε συνδυασμό με τα τραγικά κενά που εξακολουθεί να παρουσιάζει το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας, έχει παρασύρει χιλιάδες οικογένειες στη (συχνά ακραία) φτώχεια.

Όριο ακραίας φτώχειας
Οι δύο δείκτες φτώχειας που παρουσιάστηκαν παραπάνω συμπληρώνουν την εικόνα του «τι σημαίνει φτώχεια» αλλά δεν την εξαντλούν. Η έκθεση ξεκαθαρίζει πως, ενώ κάποτε η φτώχεια οριζόταν κατά κυριολεξία, ως απόλυτη έννοια (φτωχός εθεωρείτο όποιος δεν είχε τη δυνατότητα να αποκτήσει τα «προς το ζην»), στις ανεπτυγμένες χώρες ο ορισμός αυτός έπεσε σταδιακά σε αχρηστία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού ο συνδυασμός ταχείας οικονομικής ανάπτυξης, πλήρους απασχόλησης και επαρκούς κοινωνικής προστασίας εξάλειψε σχεδόν ολοκληρωτικά το φαινόμενο της απόλυτης φτώχειας. Όμως, οι επιστήμονες εκφράζουν την εκτίμησε ότι είναι καιρός να επαναφέρουμε την έννοια της απόλυτης, ή καλύτερα της ακραίας φτώχειας στην Ελλάδα.

Ο τρίτος δείκτης που παρουσιάζουν οι επιστήμονες, αφορά στο όριο της ακραίας φτώχειας. Και όπως παραδέχονται οι Ματσαγγάνης – Λεβέντη, με κάποια αναπόφευκτη δόση αυθαιρεσίας, υπολογίζεται το κόστος ενός καλαθιού βασικών αγαθών το 2013 σύμφωνα με την εξέλιξη του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της ΕΛΣΤΑΤ ανά είδος αγαθού και εκτιμάται ότι το ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε τύπο νοικοκυριού (ανάλογα με τον αριθμό και την ηλικία των μελών του, με την τοποθεσία και με το ιδιοκτησιακό καθεστώς κατοικίας) μπορεί να θεωρηθεί όριο ακραίας φτώχειας (άρα το ποσοστό στον πληθυσμό όσων βρίσκονται κάτω από αυτό το όριο, δείκτης ακραίας φτώχειας).

Οι εκτιμήσεις λοιπόν, άκρως ανησυχητικές, δείχνουν ότι ο γενικός δείκτης ακραίας φτώχειας αυξάνεται δραματικά. Το σχετικό ποσοστό έχει φτάσει το 14% το 2013, ενώ ήταν 11% το 2012 και μόλις 2% το 2009.

Πώς επιβιώνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι (λίγο πάνω από 1,5 εκατομμύριο);
Εικάζουμε ότι οι περισσότεροι καταφέρνουν ακόμη να διατηρούν ένα ελάχιστο επίπεδο κατανάλωσης είτε αντλώντας από αποταμιεύσεις που είχαν εξοικονομήσει στο παρελθόν, είτε ρευστοποιώντας περιουσιακά στοιχεία (π.χ. χρυσαφικά), είτε χρεώνοντας πιστωτικές κάρτες (μάλλον όχι πια καταναλωτικά δάνεια), είτε συσσωρεύοντας χρέη (π.χ. στην εφορία, στα ασφαλιστικά ταμεία, στην τράπεζα για στεγαστικά δάνεια), είτε αφήνοντας άλλους απλήρωτους λογαριασμούς (π.χ. ενοίκια). Προς το παρόν, οξύ πρόβλημα επιβίωσης αντιμετωπίζουν λιγότεροι. Όσο όμως παρατείνεται η κρίση, ο αριθμός τους αναγκαστικά θα αυξάνεται.

Για μερικές ομάδες του πληθυσμού η αύξηση της ακραίας φτώχειας είναι ακόμη δραματικότερη. Εκτιμάμε ότι 20% των παιδιών (έναντι 4% το 2009) ζει σε οικογένειες που δεν είναι σε θέση να αγοράσουν τα αγαθά που είναι απαραίτητα για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η κατάσταση των ανέργων δείχνει να είναι ακόμη χειρότερη (ποσοστό ακραίας φτώχειας 34% το 2009, από 5% το 2009). Ακόμη: 
- 24% όσων ζουν σε νοικοκυριά που βαρύνονται από ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, 
- 21% όσων μένουν στην Αθήνα, 
-  20% των φοιτητών ή σπουδαστών, 18% των ατόμων ηλικίας 30 έως 45 ετών, καθώς και 
- 16% των αυτοαπασχολουμένων φαίνεται να διαθέτουν εισόδημα χαμηλότερο από το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Αντίθετα, οι μισθωτοί σε Δημόσιο, ΔΕΚΟ και Τράπεζες, οι εργαζόμενοι στα ΜΜΕ, καθώς και οι ιατροί, νομικοί ή μηχανικοί αντιμετωπίζουν ασήμαντα ποσοστά ακραίας φτώχειας. Από την άλλη, το αντίστοιχο ποσοστό στην περίπτωση των ηλικιωμένων είναι κάτω από 3%. Πράγματι, ακόμη και μια χαμηλή σύνταξη αρκεί για να καλύψει το κόστος απόκτησης των βασικών αγαθών που κρίναμε απαραίτητα για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Υπό μια κρίσιμη προϋπόθεση όμως: ότι φάρμακα και περίθαλψη είναι δωρεάν. Στο βαθμό που η προϋπόθεση αυτή παραβιάζεται, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι το ποσοστό των ηλικιωμένων που πλήττονται από την ακραία φτώχεια είναι (ενδεχομένως πολύ) υψηλότερο.


Σχολιάστε Ελεύθερα!

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...