Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται

Έμυ Ντούρου


Τα έργα του Ρενέ Μαγκρίτ δημιουργήθηκαν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει και με τα μαργαριτάρια. Ένας εξωγενής παράγοντας που διαταράσσει την εσωτερική ισορροπία γίνεται ο καταλύτης για την παραγωγή ενός πολύτιμου αγαθού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τραυματική παιδική ηλικία του Μαγκρίτ ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τα σουρεαλιστικά του αριστουργήματα που στην εποχή τους άνοιξαν συζητήσεις όχι μόνο πάνω στην τέχνη, αλλά και στην αντίληψη της πραγματικότητας. Η συνάντησή του στην πορεία με το έργο του Ντε Κίρικο, έβαλε τη σφραγίδα στην ενασχόληση του καλλιτέχνη με τη ζωγραφική απόδοση του ασυνείδητου, με αποτέλεσμα τους ονειρικούς πίνακες που γνωρίζουμε σήμερα.

Γεννήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1898 στην βαλονική πόλη Λεσίν του Βελγίου, από εύπορη οικογένεια –ο πατέρας του ήταν βιοτέχνης. Όταν ο Ρενέ ήταν 14 ετών, η μητέρα του αυτοκτόνησε, πέφτοντας στον ποταμό Σαμπρ. Ο χαμός της τον σημάδεψε για πάντα. Αφού τελείωσε τις σπουδές του στην Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών των Βρυξελλών, δούλεψε σε εργοστάσιο που κατασκεύαζε ταπετσαρίες, όπου σχεδίαζε αφίσες και διαφημίσεις. Το συμβόλαιο που υπέγραψε το 1926 με την Galerie la Centaure των Βρυξελλών του επέτρεψε να αφιερωθεί στην ζωγραφική. Τη χρονιά εκείνη ζωγράφισε τον πρώτο του σουρρεαλιστικό πίνακα, Le jockey perdu, ο οποίος παρουσιάστηκε μαζί με άλλα έργα σε μια έκθεση στις Βρυξέλλες του 1927. Οι πολύ κακές κριτικές που πήρε τον έκαναν να φύγει από το Βέλγιο και να εγκατασταθεί στη Γαλλία, συγκεκριμένα στο Παρίσι, όπου γνώρισε τον Αντρέ Μπρετόν που τον έβαλε στον κύκλο των σουρεαλιστών. Δεν έμεινε για πολύ καιρό κοντά τους όμως. Το 1929 μπήκε στο κομουνιστικό κόμμα, από το οποίο αποχώρησε λίγους μήνες αργότερα. Ίσως σε αυτό έπαιξε ρόλο ότι τα σχέδιά του για κομματικές αφίσες δεν έγιναν δεκτά από την κομματική ηγεσία. Ο Μαγκρίτ φλέρταρε για πολλά χρόνια με το κομμουνιστικό κόμμα, ωστόσο η σχέση τους υπήρξε πάντα θυελλώδης, έως το τέλος της ζωής του. Την περίοδο της γερμανικής κατοχής του Βελγίου παρέμεινε στις Βρυξέλλες, χάνοντας την επαφή με τον Μπρετόν. Ήταν η εποχή κατά την οποία αποκήρυξε την βία και την απαισιοδοξία των προηγουμένων έργων του. Αυτό δεν τον εμπόδισε αργότερα να επιστρέψει στα ίδια θέματα.

Ο Μαγκρίτ στο έργο του χρησιμοποίησε οικεία αντικείμενα σε ασυνήθιστα περιβάλλοντα, ανοίγοντας έτσι μια μεγάλη συζήτηση πάνω στα όρια της πραγματικότητας. Πίστευε απόλυτα ότι το «μη πραγματικό είναι το κέλυφος του πραγματικού» και πάνω σε αυτή την πεποίθηση οικοδόμησε τη ζωή και την τέχνη του. Για τον Μαγκρίτ δεν υπάρχει καμία αξιωματική σχέση μεταξύ λέξεων και πραγμάτων, πρόκειται για απλές συμβάσεις, και η πραγματικότητα παραμένει πάντα ένα μεγάλο μυστήριο. Το πιο πολυσυζητημένο έργο του είναι η Η προδοσία των εικόνων (La trahison des images), όπου μία πίπα καπνιστή παρουσιάζεται σαν μοντέλο για διαφήμιση μαγαζιού εμπορίας καπνού. Κάτω από την πίπα ο Μαγκρίτ έγραψε την φράση «Αυτό δεν είναι μία πίπα» («Ceci n'est pas une pipe»), εννοώντας ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.

Στο βιβλίο του Αυτό δεν είναι μία ο Φουκό γράφει για το έργο: «Με βάση όλα αυτά, μπορούμε να αντιληφθούμε την τελευταία εκδοχή του Μαγκρίτ στο Αυτό δεν είναι πίπα. Τοποθετώντας το σχέδιο της πίπας και τη διατύπωση που του χρησιμεύει ως λεζάντα στην καλά οριοθετημένη επιφάνεια ενός πίνακα πάνω σε ένα ξύλινο τρίεδρο χοντρό και στέρεο, ο Μαγκρίτ κάνει ό,τι χρειάζεται για να ανασυστήσει [...] τον κοινό τόπο στην εικόνα και τη γλώσσα. Όμως, αυτή η επιφάνεια αμφισβητείται πάραυτα: διότι η πίπα, την οποία ο Μαγκρίτ, με τόσες προφυλάξεις, είχε προσεγγίσει στο κείμενο, είχε εγκλείσει μαζί με αυτό το θεσμικό ορθογώνιο του πίνακα, να την που πέταξε: είναι εκεί ψηλά, σε μια επίπλευση χωρίς σημείο αναφοράς, μην αφήνοντας ανάμεσα στο κείμενο και το σχέδιο, του οποίου θα έπρεπε να είναι ο σύνδεσμος και το σημείο σύγκλισης στον ορίζοντα, παρά μόνο ένα μικρό κενό χώρο, τη στενή αυλακιά της απουσίας της -κάτι σαν σημάδι χωρίς φυσική περιγραφή της διαφυγής της. Και τότε, πάνω στους λοξότμητους, και τόσο φανερά ασταθείς, ορθοστάτες του, δεν απομένει στο καβαλέτο τίποτε άλλο παρά να ανατραπεί, στο πλαίσιο να διαλυθεί, στον πίνακα και την πίπα να κυλήσει καταγής, στα γράμματα να σκορπιστούν: ο κοινός τόπος -ένα τετριμμένο ή καθημερινό μάθημα- έχει χαθεί [...]».

Ο Μαγκρίτ ήταν τόσο επιδραστικός στα ρεύματα της σύγχρονης τέχνης που κατά καιρούς του έχουν αποδοθεί διάφοροι τίτλοι. Ο χαρακτηρισμός «Πάπας της ποπ αρτ» ήταν αυτός που τον εκνεύριζε περισσότερο. Ο ίδιος περιέγραψε τα έργα του λέγοντας «Η ζωγραφική μου είναι ορατές εικόνες που δεν κρύβουν κάτι - προκαλούν μυστήριο και, πράγματι, όταν κάποιος βλέπει έναν από τους πίνακές μου, θέτει στον εαυτό του αυτήν την απλή ερώτηση: “Tι σημαίνει αυτό;” Οι πίνακές μου δεν σημαίνουν κάτι, επειδή και το μυστήριο δεν σημαίνει κάτι - είναι απλώς άγνωστο». Ζωγράφιζε πάντα φορώντας ένα παλιό κοστούμι με γιλέκο, σαν τους άντρες στους πίνακές του. Ο Μαγκρίτ δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος καλλιτέχνης. Στα 69 χρόνια που έζησε κατάφερε να χτίσει μια σεμνή και πνευματώδη προσωπικότητα που έδωσε μάχες υπέρ της ανεξαρτησίας, της ανεξιθρησκίας και της ελευθερίας.


Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές





Σχολιάστε Ελεύθερα!

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...