Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Αντιφάσκοντες και αμετάφραστοι οι Αμερικανοί...

Γιώργος X. Παπασωτηρίου


Μα, επιτέλους, ποιά είναι αυτή η Αμερική, που ψηφίζει έναν αφροαμερικανό κι ύστερα έναν δισεκατομυριούχο κλόουν; "Αντιφάσκω; Πολύ καλά αντιφάσκω" θα απαντούσε στο ερώτημα ο Ουόλτ Ουίτμαν(1819-1892), ο ποιητής τού «O captain, my captain», γραμμένο για τον δολοφονημένο Αβραάμ Λίνκολν. Ο Ουίτμαν είναι ο συγγραφέας ο οποίος περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον συνέβαλε στη δημιουργία του μύθου της δημοκρατικής Αμερικής. Περιέργως, και στον Ουίτμαν, που στράφηκε εναντίον του Πουριτανισμού την ίδια περίπου περίοδο με τον Ν. Χώθορν, διακρίνουμε τη δικαιολόγηση της αμερικανικής επεκτατικότητας. Η Αμερική ξέρει να επεκτείνεται καλύτερα απ’ όλους σημειώνει: «Άδω το άσμα της επέκτασης ή της περηφάνιας,/ Έχουμε κρυφτεί και απολογηθεί αρκετά,/ Δείχνω πως μέγεθος είναι μόνο η ανάπτυξη»! Το ίδιο σχετικά με την αμερικανική επεκτατικότητα βλέπουμε και στον Μέλβιλ καθώς και σε άλλους Αμερικανούς συγγραφείς, κάτι που μας οδηγεί στο μεταφυσικό συμπέρασμα, ή πιο λογικά στην απόδοση στον αμερικανικό λαό ενός χαρακτηρολογικού στοιχείου που είναι η ανάγκη για αέναη επεκτατικότητα!

Σήμερα, πολλοί επικαλούνται τον Ουίτμαν μαζί με τον Χέγκελ για να «σώσουν» την Αμερική, να της χαρίσουν μια νέα "εμπνέουσα αξία". Άλλοι προτιμούν κάτι πιο αυτό, κάτι βγαλμένο από τον τηλεοπτικό πολτό, έναν σαλτιμπάγκο.

Αντίθετα, οι πρώτοι μαζί με τον ποιητή λένε: «Δέχομαι την πραγματικότητα και δεν τολμώ να την αμφισβητήσω,/ Ο υλισμός εμπνέει πρώτος και τελευταίος»! Έτσι, καταθέτουν την ιδέα που θεωρούν ότι θα κινητοποιήσει εκ νέου, την ιδέα του υλισμού και της αέναης συσσώρευσης μέσα από την πραγματικότητα και τους μηχανισμούς του νεοφιλελευθερισμού. Μόνο που αυτός ο "υλισμός" δεν αφορά όλους, δεν αφορά τους απόκληρους, αντιθέτως αφορά όλο και λιγότερους, τους όλο και περισσότερο "μεγα-πλούσιους". Αυτοί που ψήφισαν τον Ντόναλντ Τραμπ, οι οργισμένοι "μικροί λευκοί", αυτοί είναι που θα προδοθούν πρώτοι.

Ο Ουίτμαν θα προβλέψει την "ξηρή Σαχάρα" της ψυχής («δημοκρατικές προοπτικές» 1871) ως αποτέλεσμα της εκβιομηχάνισης και της μηχανής. Σήμερα, η ερήμωση της αμερικανικής κοινωνίας προέρχεται από την αποβιομηχάνιση και την άνοδο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Γι' αυτούς τους "Ηδονιστές χωρίς καρδιά" είχε μιλήσει ο Μ. Βέμπερ, για την αποσύνδεση του Νου από την Καρδιά, αυτό το το «ασυγχώρητο αμάρτημα», είχε γράψει ο Ν. Χώθορν στη νουβέλα του «Ήθαν Μπραντ», το ίδιο και η Χάνα Άρεντ αλλά και η νέα αριστερά το 1960 και πιο πολύ η μαύρη αριστερά. Αλλά ιδού και πάλι ο Ουίτμαν: «Είμαι από παλιό και νέο, από το ανόητο όσο και από το σοφό (σ.σ. «ανήκω κι εγώ σ’ αυτούς τους –Αμερικανούς- μαλάκες», όπως θα πει αργότερα ο Χένρυ Τζέημς),/ αδιαφορώντας για τους άλλους, πάντα ανησυχώντας για τους άλλους… Ένας από το Έθνος των πολυάριθμων εθνών, ο ίδιος από το μικρότερο και ο ίδιος από το μεγαλύτερο,/ Νότιος όσο και Βόρειος, φυτευτής ατάραχος και φιλόξενος κάτω στο Οκόνη ζω,/ Αμερικάνος με προορισμό το δρόμο μου, έτοιμος να εμπορευτώ, οι αρθρώσεις μου οι πιο ευλύγιστες αρθρώσεις στη γη και οι πιο άκαμπτες αρθρώσεις στη γη… Κάθε χρώματος και τύπου είμαι εγώ, κάθε τάξης και θρησκείας… Φυλακισμένος, προαγωγός, κακοποιός, δικηγόρος. Γιατρός, κληρικός». Εδώ βλέπουμε την πλήρη ακτινογραφία της αμερικανικής κοινωνίας με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, την εμπορικότητα, την ατομικότητα, την βιαιότητα καθώς και την ανάγκη για συμφιλίωση, για σύνθεση των αντιθέσεων μέσα από την εγελιανή παραδοχή της ξεχωριστής και μοναδικής πολιτισμικής ιδιαιτερότητας κάθε λαού, κάθε φυλής, κάθε τάξης! Αυτή η μοναδικότητα του πολιτισμού κάθε λαού αμφισβητείται σήμερα από τον αμερικανικό φονταμενταλισμό αλλά και την ιδεολογία της επιτυχίας. "Ζήτω οι αποτυχημένοι", έλεγε, αντίθετα, ο Ουίτμαν.

Ο Ουίτμαν ίσως είναι ο πρόδρομος όχι μόνο των μπήτνικς του Κέρουακ, του Κόρσο και του Γκίνσπεργκ αλλά και των φλανέρ, των περιπλανώμενων του Μποντλέρ και του Μπένγιαμιν. «Το αριστερό μου χέρι κρατώντας σας από τη μέση,/ Το δεξί μου χέρι δείχνοντας τοπία ηπείρων και τον δημόσιο δρόμο./ Ούτε εγώ, ούτε κανείς άλλος μπορεί να ταξιδέψει αυτό το δρόμο για σένα,/ Πρέπει εσύ να το ταξιδέψεις για τον εαυτό σου… Φορτώσου τον σάκο σου αγαπητέ γιε, και εγώ τον δικό μου, και ας βιαστούμε,/ Θαυμάσιες πόλεις και ελεύθερα έθνη θα βρούμε καθώς θα πηγαίνουμε…».

Ο Ουίτμαν χτυπάει τον Πουριτανισμό δηλώνοντας «Έκλυτος καλύτερα παρά ενάρετος από συμμόρφωση ή φόβο», ή όταν θα πει ότι ο ίδιος είναι όλοι οι διωκόμενοι μαζί, η "μάγισσα" μάνα που την καίνε μπροστά στο παιδί της, η κουάκερη και ο σκλάβος, ο Ινδιάνος, όλοι. Ο ποιητής προτείνει τον δικό του, πρώτο Πραγματισμό, αφήνοντας το Θεό και το θάνατο έξω από την ανθρώπινη περιέργεια. «Γιατί να επιθυμώ τον Θεό καλύτερα από αυτή τη μέρα;», αυτό είναι το ερώτημα που ωθεί στην Πράξη, στη Ζωή. Άδραξε τη μέρα, λοιπόν. Η Ζωή είναι εδώ και τώρα. Η Ζωή είναι το άπαν (όπως και στον Τζιάκομο Λεοπάρντι), είναι συνεχής και αθάνατη, αφού η Ζωή είναι «τα απομεινάρια πολλών θανάτων», είναι αυτό που βρίσκεται κάτω από το πέλμα του παπουτσιού μας, ο θάνατος που γίνεται χλόη, το κάθε βλαστάρι που σημαίνει τη Ζωή. Όσο για τον άνθρωπο, για τον Αμερικανό άνθρωπο, αυτός παραμένει «αμετάφραστος» και συνεχώς αντιφάσκων: «Αντιφάσκω; Πολύ καλά τότε, αντιφάσκω,/ (Είμαι ευρύς, περικλείω άφθονα.)»...

*Απόσπασμα από το βιβλίο Homo Americanus

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές





Σχολιάστε Ελεύθερα!

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...