Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Η μεγαλομανία του Βαξεβάνη



«Πότε διαβάσαμε τελευταία φορά ρεπορτάζ»* ρωτάει (και μάλιστα σε έναν ακραία αγενή ενικό) το παρακάτω «προωθητικό» κείμενο προσβάλλοντας κατάμουτρα τον αναγνώστη για τον οποίο προφανώς πιστεύει πως ζει αποκλεισμένος σε κάποιο απομακρυσμένο καλύβι χωρίς Διαδίκτυο και περίμενε τον Έναν, τον Μοναδικό, τον Σωτήρα να έρθει να του ανοίξει τα μάτια. Τον Έναν, τον Ανεπανάληπτο, τον Μοναδικό «δημοσιογράφο των πολλών αποκαλύψεων και των διεθνών βραβείων». (Δοξάστε με!). (Μάλλον από μετριοφροσύνη δεν μας παρέθεσε και τα «μπράβο» που έχει ακούσει από τους συγγενείς του). 

Έπαρση, βλαχιά, μάρκετιγκ επιπέδου πλατείας χωριού και πλασάρισμα της έννοιας του «ρεπορτάζ» που έρχεται από τις πλέον τραγικές στιγμές περασμένων δεκαετιών και όπως αυτή εμπεδώθηκε από την ελληνική κοινωνία, δηλαδή με όρους χαρδαβελικού «βάθους» και τριανταφυλλοπουλικού «ήθους». Αν μάλιστα στα προηγούμενα προστεθεί και το πρωτοφανές να διαφημίζεται η νέα εφημερίδα από υπουργό της κυβέρνησης, τότε η εικόνα του παζλ, ακόμη και από τους πλέον ολιγόνοες, έχει πλήρως ολοκληρωθεί. 

Αλλά ακόμη και αν ξεπερνούσαμε το εξώφθαλμο περί του τι ακριβώς πρόκειται αυτό το νέο εγχείρημα να υπηρετήσει, (και στο σημείο αυτό εκτός από τον «σύντροφο» υπουργό Πολάκη να ευχαριστήσουμε και τον γαλαντόμο παλιό μας γνώριμο «σύντροφο» Καλογρίτσα) και για να μην έχουμε και την παραμικρή αμφιβολία περί του πόσο «νέο» θα είναι αυτό που θα εισαχθεί στη δημοσιογραφία, ο μεγάλος δημοσιογράφος δεν παύει να σου θυμίσει πως ΑΥΤΟΣ Ο ΙΔΙΟΣ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΩΣ θα είναι ο μαέστρος όλων (οι άλλοι απλώς θα παίζουν τα λογής όργανά τους στον δικό του χαβά), βλαχιά ανάλογη με εκείνη του μικροαστού «αυτοδημιούργητου μαγαζάτωρ» που παρκάρει την απαστράπτουσα μαύρη μερσεντέ του έξω ακριβώς από τη βιοτεχνία στα Λιόσ(ι)α με τους εργαζόμενους των 500 ευρώ και με την πρώτη ευκαιρία δεν παύει να τους κάνει μάθημα για το πόσο δουλευτάρης και άξιος ήταν και πώς ξεκίνησε από ένα μικρό μαγαζάκι στα Σεπόλια και έφτασε μέχρι εδώ που έφτασε. (δηλαδή μέχρι τα Λιόσα). 

*Σύμφωνα με αποκλειστικές μας πληροφορίες, η φράση συνοδευόταν και από το «ρε μαλάκα» αλλά τελευταία στιγμή την έσβησαν επειδή περίσσευε στο κασέ. 


Σχολιάστε Ελεύθερα!

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...