Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Δίσεκτοι καιροί…

Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου


Αγαπημένε μου Άι Βασίλη,

Αν είναι μπορετό, θα ‘θελα να πάψεις να σπέρνεις φέτος δίσεκτους καιρούς. Αλήθεια τι πάει να πει αυτό δεν το ξέρω, μα κάτι κακό θα είναι, γιατί το λένε οι σπουδαίοι στην τηλεόραση. Εγώ ξέρω ότι ο Φεβρουάριος είναι κάποιες φορές δίσεκτος και τότε δεν γίνονται γάμοι. Είναι γρουσουζιά, λένε. Τώρα όμως δεν παντρεύονται οι άνθρωποι. Η μαμά είπε χθες στο μπαμπά «Θα φύγω βρε, θα σε παρατήσω αχαΐρευτε που δεν αξιώθηκες να μου πάρεις κάτι στη γιορτή μου. Θα βρω άλλον, δεν θα θαφτώ με εσένα». Και ο μπαμπάς της απάντησε, «Ποιος τρελός θα σε πάρει εσένα φώκια; Λες πως δεν περνάς καλά εδώ, κι όμως έγινες 200 κιλά».

Εδώ που τα λέμε έχει χοντρύνει πολύ η μαμά. Κάνει δίαιτα τη μέρα και τα βράδια τρώει κρυφά. Μάλλον της είπε ο γιατρός να το κάνει έτσι, για να μη ζηλεύει που βλέπει εμάς να τρώμε.

Δεν ξέρω αν εκεί που ζεις άγιε μου, έχει κρύο. Στο σπίτι μας πάντως κάνει πολύ.

Ο μπαμπάς όταν σχολάει απ’ τις δουλειές του, τρέχει στον υπολογιστή μου και κάτι ψάχνει. Δεν ξέρω τι, μα τον ακούω να βρίζει κάθε φορά. «Οι πούστηδες δεν άνοιξαν ακόμη το σύστημα για το πετρέλαιο. Είπαν θα βάλουν λεφτά για τη θέρμανση κι ακόμη κλειστές οι αιτήσεις». Ποια θέρμανση όμως; Μόνον ο φίλος μου ο Γιαννάκης ανάβει καλοριφέρ. Εμείς βάζουμε ρούχα το ένα πάνω απ’ το άλλο, ούτε να κουνηθώ δεν μπορώ. Όταν λέω στη μαμά πως κρυώνω, εκείνη λέει, ‘’Σώπα, υπάρχουν και χειρότερα»! «Ναι, αλλά υπάρχουν και καλύτερα» της απαντώ. «Γιατί να κοιτάμε μόνον τα χειρότερα»; Τότε θυμώνει και μου λέει, «Ίδιος ο πατέρας σου, όλο φιγούρα και τζάμπα επανάσταση».

Φεύγοντας για το δωμάτιο μου την ακούω που μιλάει σιγανά στο τηλέφωνο. «Αν μπορείς να μας βοηθήσεις… για το παιδί, θα στα δώσουμε, μέχρι να βγει ο χειμώνας».

Κι όμως κάποτε ήταν ζεστά στο σπίτι μας παραμονές Χριστουγέννων. Κι η μαμά ήταν λεπτή και γελούσε τότε. Στολίζαμε και δέντρο και περίμενα με λαχτάρα την παραμονή να ανοίξω τα δώρα μου. Μοσχοβολούσε και το σπίτι απ’ τα μελομακάρονα. Κι ο μπαμπάς μόλις ερχόταν απ’ τη δουλειά (μια είχε τότε), μ’ αγκάλιαζε και με σήκωνε ψηλά, μέχρι το πολύφωτο έφτανα. «Τι έχουμε μάγκα μου;», έλεγε και μου έκλεινε το μάτι. «Πώς πήγε το σχολείο σήμερα»;

Τώρα όταν γυρίζει σπίτι είναι πολύ αργά, δεν τον βλέπω σχεδόν καθόλου. Τις Κυριακές που παλιά παίζαμε το πρωί με τα μαξιλάρια, τώρα κάθεται αμίλητος σε μια γωνιά και όλο καπνίζει… «Κόφτο το ρημάδι», λέει η μαμά. «Το παιδί θέλει παπούτσια κι εσύ τα σκορπάς σε καπνό». Από εκεί και μετά αρχίζει ο τσακωμός τους κι εγώ σκεπάζω τα αφτιά μου με τις κουβέρτες να μην τους ακούω.

Ούτε δέντρο στολίζουμε τα τελευταία χρόνια. «Πέθαναν για μας τα Χριστούγεννα» είπε ο μπαμπάς την πρώτη φορά που τον ρώτησα, γιατί εμείς δεν στολίζουμε. «Έχουμε πένθος». Η μαμά τότε του έκανε νοήματα δείχνοντας εμένα. «Μη λες έτσι στο παιδί, είναι μικρό ακόμη» ψιθύρισε και έτρεξε να βάλει λαμπάκια σε ένα βάζο με αποξηραμένα στάχυα.

Η καημένη η μαμά, νομίζει πως εγώ δεν καταλαβαίνω..

Όλα τα νιώθω μαμά..
Όλους σας νιώθω..
Γι’ αυτό και δεν ζητάω δώρα από τον άγιο..
Μόνον να πάψουν οι δίσεκτοι καιροί…
Μόνον αυτό.



Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου: Σχετικά με τον συντάκτη





Σχολιάστε Ελεύθερα!

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...