Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Ένας τυχερός άνθρωπος

Του Όττο


Πάντοτε ήμουνα τυχεράκιας. Η τύχη μ’ είχε πάρει στο κατόπι. Η μάνα μου δε βαριότανε να διηγιέται, σε φίλους και συγγενείς, ότι ήρθα στον κόσμο με το κεφάλι τυλιγμένο με σκέπη, όπως ο Μέγας Ναπολέων, σημάδι θείας ευαρέσκειας. Ο πατέρας μου σχολίαζε στοχαστικά πως να γεννηθεί κανείς με τσίπα τη σήμερον, δε θε να του ‘βγει σε καλό.

Στο σχολείο με φωνάζανε Γκαστόνε. Δε θέλει και πολύ να χτιστεί ο μύθος. Ο αγέρας έφερνε χαρτονομίσματα στα πόδια μου, κει που βάδιζα. Διάβαζα το μάθημα ειδικά τη μέρα που θα ‘πεφτε διαγώνισμα. Ποτέ δε βάζανε θέμα από κεφάλαιο που δεν είχα μελετήσει. Με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια, είχα καλύτερους βαθμούς από μαθητές που σκίζονταν στο διάβασμα.

Λένε πως ο καλύτερος τρόπος να σκαπετίσεις το κακό, είναι να μην είσαι κει. Μια φορά έσκασε φιάλη υγραερίου στην καφετέρια που συχνάζαμε, μόλις δυο λεπτά αφότου είχα ξαφνικά σκωθεί να φύγω, λες και με τσίμπησε μύγα. Η καρέκλα που καθόμουνα έγινε σμπαράλια. Οκτώ νεκροί, δεκατρείς βαριά τραυματίες. Έχασα δυο φίλους κείνο το απόγεμα αλλά ούτε τρίχα της κεφαλής μου.

Κάποια άλλη φορά, από νωρίς όλα μου πηγαίνανε ανάποδα. Το ξυπνητήρι ξέμεινε από μπαταρία, το αμάξι δεν έπαιρνε μπρος, το ταξί που πήρα για να με πάει στο αεροδρόμιο κατάφερε να τρακάρει δυο φανάρια παρακάτω απ’ το σπίτι μου. Πρωτόφαντη τόση γκαντεμιά μαζεμένη. Φυσικά το αεροπλάνο το ‘χασα.

Τ’ αφεντικό έγινε έξαλλο. Με περίμενε κοτζάμ αντιπρόσωπος ευρωπαϊκού οίκου στην Αθήνα. Αρχίνησε να ουρλιάζει στο τηλέφωνο σα λύκος σε οίστρο. Μου ‘πε να μην ξαναπατήσω το ποδάρι μου στο γραφείο, γιατί θα μου το ‘κοβε. Μα σαν έμαθε ότι το αεροπλάνο που ‘χασα συντρίφτηκε στον θαλάσσιο χώρο της Σκύρου και πως ο Ευρωπαίος αντιπρόσωπος σκοτώθηκε σε τροχαίο στην Κηφισίας, καθώς έτρεχε για να προλάβει το στοιχειωμένο ραντεβού, με ξαναπροσέλαβε. Συνάδελφοι μου ‘πανε ότι σταυροκοπήθηκε, έφτυσε τον κόρφο του σα γριά θεούσα κι έδωσε εντολή στη γραμματέα του να με καλέσει δίχως χρονοτριβή. «Άντε μη μας πιάσει στο βρομόστομά του ο διαολεμένος κι έχουμε άλλα» λένε πως της είπε.

Μονάχα στον τζόγο δε με πήγαινε διόλου. Κι ήτανε κάμποσο ειρωνικό, να ‘χεις τόση εύνοια της τυφλής θεάς, μα ν’ αρνιέται η τσούλα να σου δώσει αυτό που λαχταράνε πάνω απ’ όλα οι περισσότεροι. Μάλλον εγώ δεν το ποθούσα αρκετά. Προτιμούσα, κατά βάθος, να ζω μ’ αυτά που ‘βγαζα με τον κόπο μου.

Γιατί τη μια και μοναδική φορά που το πόθησα αληθινά, η ειμαρμένη μου στάθηκε με το παραπάνω. Δεν ξέρω πώς μου κατέβηκε στο ξερό μου, ν’ αγοράσω κι εγώ σπίτι. Δίχως να ‘χω μία στην άκρη, άνοιξα κάποια μέρα την εφημερίδα κι άρχισα να ψάχνω τα «πωλείται». Δεν είπα τίποτα στην κυρά. Δεν ήθελα να με πάρει για κάναν αφελή ονειροπαρμένο. Συνεννοήθηκα με τον μεσίτη να πάω να δω ένα σπίτι που μου φάνηκε κατάλληλο για τα μέτρα μου, μια μεζονέτα σε κάποιο βόρειο προάστιο της πόλης, που επεκτεινότανε με οργιαστικούς ρυθμούς.

Ήτανε το πρώτο σπίτι που πήγα ποτέ μου να δω. Ακόμα και τα διαμερίσματα που νοικιάζαμε τα διάλεγε η κυρά, εγώ δεν ασχολιόμουνα. Ε λοιπόν, αυτό ήτανε! Δε χρειάστηκε να κοιτάξω άλλο σπίτι. Καθώς μπήκα, το ‘νιωσα να μου χαμογελάει και ν’ ανοίγει διάπλατη αγκάλη να με καλοδεχτεί, σα να μου ‘λεγε «σένα θέλω, σένα μονάχα».

Όταν ο μεσίτης μου ‘πε την τιμή, εκατό χιλιάρικα ακατέβατα, κόντεψε να μου ‘ρθει κόλπος. Γιατί για μια στιγμή πίστεψα πως αυτό το σπίτι θα γινότανε δικό μου, δικό μου! Μα με τις τράπεζες δεν ήθελα να μπλέξω, τις θεωρούσα νόμιμους τοκογλύφους και προνομιακούς απατεώνες. Και δεν είχα άδικο.

Βγαίνοντας απ’ το σπίτι, κι ενώ το μυαλό μου ακόμα δεν είχε συνέρθει απ’ τον συνεπαρμό που μ’ είχε αρπάξει απ’ το γιακά καθώς μπήκα, πέρασε από μπρος μου ένας λαχειοπώλης. Δίχως να το καλοσκεφτώ τονε σταμάτησα. Διάλεξα ένα λαχνό κι ήμουνα μέσα μου σίγουρος πως θα κέρδιζα.

Δεν ξέρω πώς μου κούντησε, αλλά πάλι έκανα διάνα. Εκατόν τριάντα χιλιάρικα πέσαν ουρανοκατέβατα. Ακριβώς όσα χρειαζόμουνα για το σπίτι, την εντοιχισμένη κουζίνα, την επίπλωση κι ένα αξιοπρεπές αυτοκίνητο. Λες και τα ‘χε υπολογίσει κάποιος με χαρτί και με μολύβι. Με μια και μόνη κίνηση κατάφερα να εξασφαλίσω το μικροαστικό ελληνικό όνειρο, ένα κεραμίδι απάνω απ’ το κεφάλι μου και τέσσερις ρόδες με ζάντες αλουμινίου. Κι από πάνω, δε χρώσταγα σε κανέναν κερατά.

Μα μετά απ’ αυτό, η τύχη μου άρχισε να μ’ εγκαταλείπει, λες κι είχε εξαντλήσει όλα της τ’ αποθέματα με το στήσιμο τούτης της παράξενης συγκυρίας. Σύντομα η γκαντεμιά πήρε το απάνω χέρι, λίγο προτού ξεκινήσει η περιλάλητη κρίση. Ο πατέρας μου φαλίρισε, μετά από πολλά χρόνια που κρατούσε το μαγαζάκι του μεταξύ φθοράς κι αφθαρσίας. Ήρθε η ώρα να βγει στη σύνταξη, μα χρώσταγε τόσα πολλά στο ασφαλιστικό του ταμείο, που ούτε με κιάλι δε μπόραε να τηνε ξαγναντέψει. Σα να μην έφτανε αυτό, αρρώστησε η μάνα μου βαριά. Χρωστούσε κι αυτή κάμποσα στο ταμείο της, κομμένη η περίθαλψη.

Κάτι έπρεπε να κάνουμε. Δεν μπορούσα να τους αφήσω να ψοφήσουνε σαν τα σκυλιά, στο δρόμο. Ο πατέρας κατέβασε τη φαεινή ιδέα: Να πάρουμε ένα δάνειο είκοσι χιλιάδες, να πληρώσουμε κάποια απ’ τα χρωστούμενα στο ταμείο, για να του βγάλουνε σύνταξη και να του παρακρατάνε τα υπόλοιπα, να ‘χει κι η μάνα νοσοκομείο και φάρμακα. Μονάχα εγώ, απ’ όλη την οικογένεια, ήμουνα καθαρός στον Τειρεσία. Έτσι κι αλλιώς δε δανείζουνε σε γέρους, ξέρουν αυτοί τι κάνουνε.

Βρήκε ένα δάνειο σ’ ελβετικό φράγκο («βράχος ακλόνητος» του ‘πε ο τραπεζικός) με φτηνό κυμαινόμενο επιτόκιο («στο ευρώ είμαστε, τι θα μπορούσε να πάει στραβά;» του ‘πε ο τραπεζικός) και από δω μ’ είχε, από κει μ’ είχε, μ’ έπεισε να το πάρω στ’ όνομά μου. Θα πλήρωνε κείνος τις δόσεις, απ’ τη σύνταξη που θα ‘παιρνε. Υπόγραψα, δεν είχα άλλη επιλογή.

Όμως σαν σε πάρει η κατρακύλα, δεν βρίσκεις εύκολα πάτο. Όλα γίνανε θαρρείς ενορχηστρωμένα. Η κρίση ξέσπασε κι ήρθανε τα πάνω κάτω. Η μάνα μάς άφησε χρόνους, ο πατέρας μαράζωσε. Το ελβετικό φράγκο πέταξε στα ύψη και το κεφάλαιο έπιασε τα τριάντα εφτά χιλιάρικα. Το επιτόκιο εκτινάχτηκε απάνω απ’ το διπλάσιο.

Η σύνταξη του γέρου πετσοκόφτηκε. Τον πήρα στο σπίτι για να μειώσουμε τα διπλά έξοδα. Καλή σκέψη, μα με τον Χάρο κοντράτο δεν κάνεις. Σ’ ένα εξάμηνο πάει κι αυτός. Μου ‘μεινε το δάνειο αμανάτι, ου μπλέξεις.

Μετά μας μπήξανε τα χαράτσια. Είχα πάρει σπίτι δικό μου, ολάκερη τη ζωή μου δε χρώσταγα πουθενά κι όμως κατέληξα να πληρώνω νοίκι στο κράτος και δόση στην τράπεζα. Τραβολογήθηκα στα δικαστήρια, η κομπίνα με το ελβετικό φράγκο ήτανε τεράστια απάτη. Δεν βρήκα ποτέ το δίκιο μου. Ο νόμος άλλαξε υπέρ της τράπεζας, «τώρα φα’ το σκατό μ’», που ‘λεγε η γιαγιά μου η Πόντια.

Κατόπιν έμεινα χωρίς δουλειά. Δε θα ξεχάσω το βλέμμα του αφεντικού, τη μέρα που έκλεισε η εταιρεία. Είχε ένα παράπονο και μια απέραντη απορία καθώς με κοίταγε. Είχε πιστέψει πως όσο με κράταγε στη δουλειά, δεν κινδύνευε από καμιά οικονομική συγκυρία. Σχεδόν με κατηγόρησε πως τονε πρόδωσα. Έσκυψα το κεφάλι και δε μίλησα, γιατί στο βάθος είχα πιστέψει κι εγώ το ίδιο. «Δεν τρέχει τίποτα» έψησα τον εμαυτό μου. «Θα βρω άλλη δουλειά, κάθε εμπόδιο σε καλό». Σιγά και δε βρήκα.

Μα το κακό είναι σα Ρωμαίος αυτοκράτορας, κουβαλάει πάντοτε ξοπίσω του μακρόσουρτη κουστωδία, έτσι ήρθε και το κερασάκι στην τούρτα. Της κυράς της κόψανε το μισθό σχεδόν στα μισά κι άμα κόταγε ας έβγαζε κιχ. Ποιο δάνειο να πληρώσεις μετά και ποια εφορία, με το ζόρι φτάνανε για να φάμε και να πληρώσουμε τους λογαριασμούς, μην ξεμείνουμε δίχως ρεύμα και πετρέλαιο χειμωνιάτικα. Πήγε και ο ΦΠΑ στα ύψη, από πού να πιάσεις άκρη. Πούλησα τ’ αμάξι μπιρ παρά, δεν είχα να του βάλω ούτε βενζίνη.

Ήρθε μοιραία η στιγμή της κατάσχεσης. Τράπεζα κι εφορία αποφάσισαν να βγάλουν το σπίτι μου στο σφυρί. Δεν άντεχα στην ιδέα να μου πάρουνε τούτο το σπίτι, που ‘χα ερωτευτεί με την πρώτη ματιά. Το ‘φερα από δω, το γύρισα από κει, μονάχα μια λύση υπήρχε: Ο θάνατος του υπαλληλάκου.

Από χρόνια πλήρωνα μια ασφάλεια ζωής, τότε που νόμιζα πως η ζωή μου είχε κάποια αξία. Δεν ήτανε μεγάλο το ασφάλιστρο, συνέχιζα να το πληρώνω μέχρι δυο μήνες πριν. Μου στείλανε χαρτί, πως σ’ ένα μήνα θα σταματούσε πια να ισχύει και θα ‘χανα όσα τους είχα ακουμπήσει τόσον καιρό. Μα η αποζημίωση ήτανε καλή, παραπάνω από εκατό χιλιάρικα.

Άμα κατάφερνα το λοιπόν να τα τινάξω μες στο μήνα, όλα τα προβλήματα θα λύνονταν. Η κυρά θα ξεπλήρωνε τα χρωστούμενα, θα της έμεναν και πέντε φράγκα στην άκρη, είχε και δουλίτσα, θα τα κατάφερνε ν’ αναστήσει τα παιδιά, κουτσά στραβά. Έλα όμως που οι μάγκες το ‘χανε προβλέψει. Η αυτοκτονία θεωρούνταν καταδολίευση και δε θα δίνανε δεκάρα τσακιστή.

Όταν έφτασε το ειδοποιητήριο της κατάσχεσης, κάτι άστραψε μες στο νου μου. Πήγα και πήρα ένα πιστόλι απ’ τους γύφτους. Δεν δούλευε, είχε μπουκωμένη την κάννη, μα τη δουλειά του θα την έκανε. Τη μέρα που ήτανε να ‘ρθούνε, ξαπόστειλα την κυρά στη μάνα της, μαζί με τα μικρά. Μόλις πλακώνανε οι μπάτσοι, θα τραβούσα το πιστόλι και θα τους απειλούσα. Αυτοκτονία μέσω μπάτσου, έτσι το λένε στην Αμερική. Τούτη τη φορά θα ‘μουν εκεί σαν θα συνέβαινε το κακό κι η τύχη μου μ’ είχε από καιρό απαρατήσει.

Τα κουβαλάω στη μνήμη μου θολά κι ανταριασμένα. Ακούω μες σε βουητό τις αγριοφωνάρες τους, «ακίνητος», «στ’ όνομα του νόμου», «ρίξ’ το αμέσως, θα πυροβολήσουμε». Εγώ έσφιγγα το δάχτυλο στη σκανδάλη και γρύλιζα σαν παραλοϊσμένος: «Θάνατος! Θα πεθάνετε όλοι, γουρούνια». Με την άκρη του ματιού, είδα μερικούς έξω απ’ την μπαλκονόπορτα. Επίτηδες τους γύρισα την πλάτη. Ο πυροβολισμός ήχησε στ’ αυτιά μου σαν κανονιά. Τζάμια κατέρρευσαν. Καυτό μολύβι στη ράχη μου. Ένιωσα ανακούφιση, καθώς ο κόσμος γύρω μου σκοτείνιαζε κι η λησμοσύνη με κατάπινε γλυκά…

***

Ωραίο πράμα η ανυπαρξία. Πράο, τρυφερό, ζεστό, σπλαχνικό. Δε μετανιώνω που της παραδόθηκα ολόψυχα. Νιώθω μακάριος, για πρώτη μου φορά, τώρα που πια δεν υπάρχω. Μα για περίμενε… Αν δεν υπάρχω, τότε ποιος είναι αυτός που σκέφτεται την ανυπαρξία κι αισθάνεται τη μακαριότητα;

Όχι ρε, το φελέκι μου μέσα… Είμαι ζωντανός ακόμα, που να πάρει και να σκώσει ο γερο-διάολος. Όλα πήγανε αμόντε. Αφήστε με, αφήστε με να φύγω καθάρματα…

Άνοιξα τα μάτια σκληρίζοντας. Ένα θολό διάχυτο φως πλημμύρισε το ναρκωμένο μου μυαλό, που αρνιότανε να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα. Για μια στιγμή φώλιασε μέσα μου η ελπίδα, πως υπήρχε μετά θάνατον ζωή κι ότι θα ‘βλεπα τη μάνα να μου κρατάει το χέρι για καλωσόρισμα και θα μίλαγα με τους αγγέλους.

Τα μάτια μου εστίασαν καλύτερα. Το χέρι που χάιδευε το δικό μου ήτανε της κυράς. Την άκουσα να κλαίει. Από χαρά ή απογοήτευση, δεν μπόρεσα να ξεκρίνω. Άκουσα μουρμουρητά, διακριτικά στην αρχή, θριαμβικά και πολύβουα κατόπιν. Κάποιος άνοιξε το παράθυρο, ένα ρεύμα μου δρόσισε το μάγουλο. Έπιασα μακρινές ζητωκραυγές και σούσουρο πλήθους.

Τα παιδιά ορμήσανε απάνω μου και μ’ έσφιγγαν στην αγκαλιά τους. Πώς μπόρεσα να τ’ αφήσω, πώς το ‘κανα τούτο; Μα τώρα πώς θα ζήσουνε; Τι θα φάνε; Απέτυχα, απέτυχα σ’ όλα! Με πήρανε και μένα τα ζουμιά.

Λάμψεις από φλας σκάγανε σαν πυροτεχνήματα στο νου μου. Το δωμάτιο του νοσοκομείου είχε γιομίσει κόσμο. Άγνωστο κόσμο. Κάποιοι γιορτοντυμένοι, επίσημοι. Μου ‘ρθε να σκωθώ και να το βάλω στα πόδια. Μα τα πόδια μου δεν μ’ υπάκουγαν, ούτε καν μπόραγα να τα νιώσω…

Όπως μου ‘πανε αργότερα, είχα σταθεί σκανδαλωδώς τυχερός. Ο μπάτσος με σημάδευε στο κεφάλι, μα κάποιος συνάδελφός του, που ανέβαινε τη σκάλα ξεγλωσσασμένος, σκόνταψε στο κεφαλόσκαλο κι έπεσε απάνω του, έτσι ξαστόχησε κι η σφαίρα καρφώθηκε στη ραχοκοκαλιά μου. Μισερώθηκα, μα γλίτωσα τη ζωή μου και πρέπει λέει να φχαριστώ τον Θεό για δαύτο.

Μόλις πήρανε χαμπάρι ότι τ’ όπλο που κράδαινα ήταν αγιοβασιλιάτικο, ξεσηκώθηκε τεράστιος σάλος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Το κράτος-δολοφόνος», σκούζανε όλοι εν χορώ. Την ίδια νύχτα, νεαροί κουκουλοφόροι κάψανε το κέντρο της Αθήνας. Η ιστορία μου συγκίνησε την παγκόσμια κοινή γνώμη. Κόσμος και λαός μαζεύτηκε έξω απ’ το νοσοκομείο κι έκανε κατανυχτικές αγρύπνιες για την αφεντιά μου.

Ο πρωθυπουργός απολογήθηκε για τον «υπερβάλλοντα ζήλο των οργάνων» και πέρασε επείγουσα τροπολογία, με τη σύμφωνη γνώμη των δανειστών, που πάγωνε τα χρέη μου προς την εφορία. Η Άρπα Μπανκ, μετά από τριήμερη σύσκεψη των μετόχων, ανακοίνωσε πως θα μου κούρευε το χρέος στο μισό, μπας και σταματούσανε να της καίνε τα υποκαταστήματα. Η ασφαλιστική, αφού συνυπολόγισε το κόστος της δυσφήμισης από τυχόν άρνηση πληρωμής, αποφάσισε να καλύψει τα έξοδα νοσηλείας και να μου δώσει την αποζημίωση μόνιμης αναπηρίας.

Πέρασαν διάφοροι καραγκιόζηδες και μου σφίξανε το χέρι, όσο ήμουν ακόμα παραζαλισμένος και δεν μπόραγα να τους φτύσω. Εμφανίστηκε κι ένας τύπος κουστουμαρισμένος σα γύπας. Δήλωσε εκπρόσωπος του Δεσπότη. Ήρθε για να μου μεταφέρει τους πατρικούς χαιρετισμούς του παναγιώτατου και να μου κομίσει το χαρμόσυνο άγγελμα: Τρεις μέρες μετά το… ατύχημά μου, τελεύτησε ο επίσημος επαίτης του ιερού ναού της Μητροπόλεως, θέση που κρατούσε επί τριάντα συναπτά έτη.

Ο πανιερότατος συγκινήθηκε από την ιστορία μου κι αποφάσισε να μου παραχωρήσει ισόβια άδεια επαιτείας σ’ ένα απ’ τα καλύτερα πόστα της χώρας. Η Θεία Πρόνοια ήτανε στο πλευρό μου, έκρωξε ο γύπας. Πολλοί θα κόβανε επίτηδες και τα δυο τους ποδάρια, προκειμένου να τύχουνε τέτοιας εύνοιας…

***

Έμαθα ν’ απλώνω το χέρι και να παίρνω κείνο το ύφος το κακόμοιρο, που υποβάλει τους άλλους να σ’ ελεούνε, επειδή τους κάνεις να νιώθουνε ανώτεροι. Επαγγελματισμός, πάνω απ’ όλα. Η περηφάνια είν’ θανάσιμο αμάρτημα και βλογημένος όποιος την απαρνιέται, μου ‘πε ο παπα-Νεκτάριος, ο εφημέριος της Μητρόπολης.

Σιχαίνομαι τους γάμους. Ξεδιάντροπη επίδειξη χλιδής κι ευδαιμονίας. Όλοι ζορισμένα χαρούμενοι, σα να τους τραβάνε το χαμόγελο με το βίντσι. Κι όλοι τόσο ξεπαραδιασμένοι απ’ τ’ απύθμενα έξοδα, που ‘χουνε στις τσέπες τους καβούρια.

Μισώ τις βαφτίσεις. Λυπάμαι τόσο να βλέπω να ονοματίζουν τα μωρά, σα να τους περνάνε χαλκά στη μύτη, που από κει θα τα τραβάνε για όλη τους τη ζωή. Είναι σαν υπόσχεση, ότι αμέτι μουχαμέτι θα φτιάσουμε τ’ αθώο πλάσμα σαν τα μούτρα μας, θα το κόψουμε στα μέτρα μας. Μελαγχολώ κάθε φορά.

Μα τις κηδείες τις λατρεύω, τις προσμένω πώς και πώς. Δεν είν’ μονάχα επειδή βγαίνει παχυλό μεροκάματο. Βλέπεις, η υπενθύμιση της προσωρινότητας, η ιδέα ότι θα ‘ρθει η μέρα που θ’ αντιμετωπίσουνε τη θεία κρίση, ανοίγει τις ψυχές και τα πορτοφόλια. Όλοι νιώθουν την ανάγκη να εξαγοράσουνε μια στάλα Παράδεισο.

Έπειτα η θλίψη, σ’ αντίθεση με τη χαρά, δεν μπορεί να υποκριθεί. Όποιος πάει να το κάνει, απλώς γελοιοποιείται. Κι είναι τόσοι πολλοί που δεν κατέχουν τούτο το μυστικό. Πώς κάνω χάζι τις περίλυπες μουτσούνες που παρελαύνουν, ιδίως όταν ο νεκρός ήτανε σημαίνον πρόσωπο. Το τραγικό και το κωμικό δεμένα αξεδιάλυτα, σε αυθόρμητες σουρεαλιστικές παραστάσεις υψηλής αισθητικής κι υποκριτικής αξίας. Ανεκτίμητο!

Μα πάνω απ’ όλα, σαν βλέπω το μακαρίτη ν’ αποθέτει ραχατλίδικα το βάρος του απάνω σε τέσσερων τον ώμο, με κείνο το αινιγματικό μειδίαμα της νεκρικής ακαμψίας, ελπίδα κι αναγάλλιασμα ανθοβολούνε στα σώψυχά μου, ανάκατα με το λάγνο δάγκαμα του φθόνου. Γιατί θωρώ έναν άνθρωπο λυτρωμένο απ’ το άγος της επιβίωσης, λεύτερο από κορσέδες, χρέη και κοινωνικές συμβάσεις. Στο μελιχρό της ζήσης το βασίλεμα, αργοτάξιδος κι ανέγνοιαστος, αλαργεύει από τούτονε τον κόσμο ένας τυχερός άνθρωπος…

Πηγή: great-chaos



Όττο: Σχετικά με τον συντάκτη





Σχολιάστε Ελεύθερα!

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...