Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Ένα τίποτα

Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου


«Μαρίααα», ακούστηκε η φωνή του και ο στριγκλός ήχος απ’ το κλειδί στην πόρτα που πάλευε να βρει το άνοιγμα.

«Πού στο διάβολο είσαι; ».

Τίναξε απότομα τις σκέψεις της, πήρε μια βαθιά ανάσα, σκούπισε δυο χοντρές σταγόνες ιδρώτα απ’ το μέτωπο της και το στόμα της σφίχτηκε. Μια κλειστή, αδιαπέραστη γραμμή έγινε.

«Εδώ είμαι Αργύρη». «Εδώ είμαι», ίσα που ακούστηκαν οι ξέψυχες λέξεις που με κόπο δραπέτευσαν από το στόμα της.

Μπήκε μέσα με την όψη αγριωπή όπως πάντα. Πέταξε τα κλειδιά με φόρα πάνω στο τραπεζάκι της εισόδου και την τσάντα του την βρόντηξε με μανία πάνω στα πόδια της.

«Πάρτην, τι σε έχω όλη μέρα εδώ;», της φώναξε.

Έσκυψε, την σήκωσε και την ακούμπησε στο γραφείο του.

«Πώς ήταν η μέρα σου;», τον ρώτησε.

«Θες να ακούσεις τώρα κάνα τροπάρι χριστουγεννιάτικο πάλι, εε;». «Κάθεσαι και ξύνεις τις φαγούρες σου όλη μέρα και με ρωτάς τάχα μου πώς πέρασα;».

«Άντε χάσου απ’ τα μάτια μου στέρφα, άχρηστη».

«Βάλε μου να φάω κι εξαφανίσου».

Άχρηστη… στέρφα αντήχησε το σπίτι, σείστηκε μάλλον απ’ το μένος των λόγων του, για άλλη μια φορά.

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, που σαν ορμητική νεροποντή κατηφόρισαν και πλημμύρισαν το πρόσωπο της. Τα σκούπισε βιαστικά και τον σέρβιρε αμίλητη.

Κάθισε σε μια καρέκλα πίσω απ’ την δική του, να μην την βλέπει, να μην τον βλέπει και μουγκή, ανέκφραστη, κατρακύλησε για μια ακόμη φορά στην ασφάλεια του κενού της.

Απέναντι της, στο πανάκριβο σκρίνιο, η φωτογραφία της μάνας της την κοιτούσε κατάματα, καθισμένη αναπαυτικά πάνω στο κολλαριστό σεμέν.

Προίκα της ήταν το σκρίνιο κι όλα τα έπιπλα μαζί. Η μάνα δεν είχε τσιγκουνευτεί τους παράδες για να στεγάσει την ευτυχία της. Δικηγόρος ο γαμπρός βλέπεις. Η Μαρία τι ήταν;

Ένα τίποτα… Ένα τίποτα που το δέσαν με κόμπους να φαίνεται κάτι...

Κάτι οδυνηρό.



Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου: Σχετικά με τον συντάκτη





Σχολιάστε Ελεύθερα!

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...