Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Απολογισμός πικρός

Αλέξανδρος Αρδαβάνης


Κι απόψε τα ίδια.

Φταίμε εμείς ως λαός. Μάθαμε να μη δουλεύουμε. Υπερτροφικός δημόσιος τομέας.

Τα ίδια χωρίς να χρειάζεται καν καρμπόν.

Από απέναντι ακούω ψιθύρους αντίδρομους. Η ρέμβη του Αδύνατου: «νομοτέλεια ο Σοσιαλισμός» και άλλα τέτοια -όπως θρήνος του τύπου «γιατί να πεθάνει, μόνο ενενήντα πέντε ήταν…!»

Μπα, δεν υπάρχει Σωτηρία, Πάω να γείρω…

Στο κρεβάτι απολογισμός πικρός…

Ο σήμερα φθονεί τον χτές. Ο χτες τον αύριο. Ο αύριο τον σήμερα. Όλοι μαζί, ομόνοες, τα τίμια σπλάχνα μας -σαλεύουν χωρίς σταματημό περιμένοντας το ξεροκόμματο.

Κανείς δεν κοιτά ψηλά.

Αποκοιμήθηκα καταμετρώντας τις ανοησίες που μαστίγωσαν τ’ αυτιά μου απόψε. Ξύπνησα από το ίδιο απειλητικό ήχο που τυραννάει καιρό τις νύχτες μου.

Μπαίνει και ανακατεύει τα σεντόνια μου, ύστερα τραντάζει το κρεβάτι και με γυρίζει στους εφιάλτες του ’78. Θεσσαλονίκη, καλοκαίρι, κοιμηθήκαμε τις πρώτες τρεις νύχτες μετά τον μεγάλο σεισμό έξω, πάνω σε πρόχειρα στρωσίδια. Η γη έτρεμε κάθε πέντε λεπτά, το νιώθαμε το βουητό καθώς είμαστε γερμένοι σαν Ιεροφάντες στη γη.

Ήμαστε παιδιά και τέτοιο φόβο δεν είχαμε νιώσει ξανά.

Άνθρωποι είχαν σκοτωθεί στην πολυκατοικία της Ιπποδρομίου, άλλοι χωρίς σπίτια· ο θάνατος, μαύρη σκιά πλάκωνε την πόλη. Εμείς όμως κάναμε τους δικούς μας λογαριασμούς· να μη χάσουμε τη χρονιά, τι θ’ απογίνουν οι σπουδές μας;

Ανάμεσα στους μικροσεισμούς, πετάγονταν από τον βυθό του τρόμου οι ιδιοτελείς σκέψεις, όπως φίδι ξαφνιασμένο από τον ίσκιο του περαστικού.

Ήμαστε παιδιά, αλλά η επιβίωση και τα αδυσώπητα ένστικτά της ήδη παρόντα.

Έτσι πάντα, έτσι και τώρα.

Ύστερα ήρθε ο πατέρας και μας μάζεψε με το Datsun. Έβλεπε πλησιάζοντας, είπε, το κομβόι των φορτωμένων αυτοκινήτων να φεύγει από την πόλη, στο βάθος έναν καφετί κουρνιαχτό και πλακώθηκε η καρδιά του. Όπως κι εμένα, που για μήνες ξάπλωνα να κοιμηθώ στο πατρικό και νόμιζα πως τρέμει η γη.

Έτσι και τώρα, με την τεκτονική μετατόπιση των θεμελιώσεων των βίων μας σε τούτη τη γεωπολιτική γωνιά, τον τόπο που φοράει ακόμα τσαρούχια· σύμβολα ενός ιδιαίτερου τρόπου Ζωής, δολίως συκοφαντημένου από τους πλανητικούς Υπαγορεύοντες.

Ο ίδιος ήχος μού στοιχειώνει ξανά τα όνειρα.

Όχι δεν είναι βουητό, γρύλισμα είναι· θηρίου που διαισθάνεται τον ερχομό της βαρυχειμωνιάς και πρέπει να μαζέψει λίπος για τους μήνες της ασιτίας.

Γρυλίζουν όσοι λησμονούν ή ποτέ δεν ένιωσαν ότι στις θεομηνίες δεν έχουμε παρά ο ένας τον άλλον. Πως οι άνθρωποι ξεχώρισαν από τα ζώα χάρη στον εγκέφαλο που διδάσκεται και διδάσκει την αλληλεγγύη ως μηχανισμό επιβίωσης της ομάδας, όταν επελαύνει ο κοινός εχθρός. Γρύλισμα: το σήμα της πείνας, αυτής που θα διαλύσει την αγέλη σε δυνατούς και αδύνατους.

Αγέλες, όχι κοινωνίες, ανθρώπων· αγέλες σκληρότερες από αυτές των λύκων. Γιατί οι λύκοι δεν τρώνε ο ένας τον άλλον, ενώ οι άνθρωποι γίνονται κανίβαλοι, αν πιεστούν από την ανάγκη. Και βρισκόμαστε από καιρό σε πίεση.

-Να απολυθούν οι ανίκανοι και οι τεμπέληδες του Δημοσίου, αυτοί φταίνε! …φωνάζει η νεαρή γυναίκα με σπουδές βιολογίας, εργαζόμενη στον ανελέητο ιδιωτικό τομέα· γνωρίζοντας, λέει, πόσο εύκολα μπορεί να βρεθεί στο δρόμο αν κάποια στιγμή το μεγάλο αφεντικό της κρίνει πως δεν του αποδίδει πια.

-Άιντε, όλοι ιδιώτες και δημόσιοι να δουλεύουμε αδιάκοπα, χωρίς ανάπαυλα.

-Κι αν γίνεται, όλοι να γίνουμε ιδιωτικοί υπάλληλοι, τι χρειαζόμαστε το δημόσιο..!

-Άιντε, κανένα αποκούμπι για τον άρρωστο και τον αδύναμο, καμμιά στέγη για τον ήλιο και τη βροχή, κανένας τοίχος για το κρύο… Άιντε, πίσω στις σπηλιές, Κρο-Μανιόν, πιο πίσω Νεαντερτάλιοι. Άιντε αιώνες πίσω «βίοι ανεόρταστοι μακρές οδοί απανδόκευτες»…προς δόξαν ποιου, με ποιο στόχο;

-Παράγειν, παράγειν, παράγειν· και αζώτως ζειν…

Βρέθηκα από τύχη στην καλή μεριά, έμεινα σ’ αυτήν από τύχη πάντα, όχι κατ’ επιδίωξη. Δεν άρπαξα ποτέ, δε δάγκωσα αδύναμο-τώρα που το σκέφτομαι βέβαια, ίσως κάποτε πέρασε από το νου μου, ίσως και κάποιου κομματάκι να ξεκόλλησα με τα ασθενικά δόντια μου… Κανίβαλος πάντως δεν έγινα.

Όμως με τούτα τα απρονόητα θύματα, τα έτοιμα κανιβαλάκια μπορεί και να χαιρεκακήσω αν τα δω δαγκωμένα.

Λέω μα δεν το εννοώ· μ’ έχει στοιχειώσει η ενσυναίσθηση.

Αλλά η Ζωή δε συγχωρεί.

Α.Σ.Α. «επί τοίχων εικονικών», 2014

Πηγή: presspublica.gr



Η Σφήκα: Επιλογές





Σχολιάστε Ελεύθερα!

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...