Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Διατροφική επάρκεια της χώρας και ο ρόλος της Ε.Ε.


του Ηλία Κάνταρου (εισήγηση στο διήμερο της ΔιΕΕξόδου, 26-27/11/2016)

Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για το πόσο επαρκής είναι η Ελλάδα σε διατροφικά προϊόντα, ο τρόπος όμως που παρουσιάζονται οι αριθμοί και τα ποσοστά ξεγελούν ή καλύτερα, υπηρετούν συγκεκριμένους σκοπούς και συμφέροντα.

Υπάρχει ένας συνεχής βομβαρδισμός ειδήσεων και πληροφοριών, αντιφατικών τις περισσότερες φορές μεταξύ τους, που δημιουργούν ένα κλίμα ενός Ευρωπαϊκού παραδείσου με πακτωλούς χρημάτων για την ανάπτυξη της χώρας που οι “τεμπέληδες ή/και ανίκανοι” Έλληνες παραγωγοί δεν μπορούν να τα εκμεταλλευτούν.

Μιλούν για νέα “έξυπνα” αγροτικά προϊόντα που θα αντικαταστήσουν κάποιες από τις ήδη υπάρχουσες “προβληματικές” καλλιέργειες και θα τονώσουν την εξωστρέφεια της Ελληνικής γεωργίας.

Κατηγορούν τους Έλληνες αγρότες ότι είναι ανίκανοι να καλύψουν τις ανάγκες της αγοράς σε καθημερινά διατροφικά προϊόντα και αναγκαζόμαστε να τα εισάγουμε. Αποκρύπτουν όμως ότι ένα μεγάλο μέρος τις εγχώριας παραγωγής είτε μένει αδιάθετο, είτε πωλείται από τους αγρότες αναγκαστικά σε τιμές κάτω του κόστους, ενώ παράλληλα η αγορά γεμίζει με “φθηνά” εισαγόμενα προϊόντα.

Παρουσιάζουν μία Ε.Ε. η όποια “αφιλοκερδώς” ενισχύει με επιδοτήσεις τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα και μία Κοινή Αγροτική Πολιτική που σκοπό έχει την ανάπτυξη και την παραγωγή ικανής σε ποσότητα και ποιότητα τροφής, για τους κατοίκους της χώρας.

Δυστυχώς όμως οι αριθμοί και τα ποσοστά αν διαβαστούν σωστά και συνδεθούν διαχρονικά δείχνουν άλλη εικόνα.

Δείχνουν μια αγροτική πολιτική, που στόχο έχει την παραγωγή “φτηνών” προϊόντων διατροφής για τις μεγάλες αλυσίδες μεταποίησης και εμπορίας τροφίμων, μία πολιτική πλήρους εξάρτησης από τις πολυεθνικές των αγροτικών εφοδίων (λιπάσματα, φυτοφάρμακα, πολλαπλασιαστικό υλικό), μια πολιτική βιομηχανοποίησης της αγροτικής παραγωγής και επιλογής των καλλιεργούμενων προϊόντων, ανάλογα με τις ανάγκες της βιομηχανίας και των μεγάλων αλυσίδων τροφίμων.

Όλα αυτά βέβαια, προς όφελος των 5 – 10 πολυεθνικών που λυμαίνονται την παγκόσμια αγορά αγροτικών εφοδίων και παραγωγής προϊόντων διατροφής.

Εκφραστής αυτής της πολιτικής δεν είναι άλλος από την Ε.Ε., και εντολοδόχοι για την εφαρμογή της στην χώρα μας, οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου (δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας) που κυβέρνησαν τις τελευταίες δεκαετίες και κυβερνούν μέχρι σήμερα την Ελλάδα.

Πριν την ένταξη

Η Αγροτική παραγωγή της Ελλάδας βγήκε από τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο διαλυμένη.
Παρόλα αυτά, κατάφερε (χωρίς επιδοτήσεις) σε λιγότερο από μία δεκαετία να σταθεί στα πόδια της και να παράξει αρκετή τροφή -κυρίως σιτηρά και όσπρια – για τους κατοίκους της.

Ήδη από το 1957 η παραγωγή σιτηρών επαρκούσε για τις εγχώριες ανάγκες.

Μέχρι την ένταξη της χώρας στην Ε.Ο.Κ. (1979) η καλλιέργεια των σιτηρών κάλυπτε περίπου 10 εκατομμύρια στρέμματα σιταριού (8 εκατομμύρια στρέμματα μαλακό σιτάρι για την παραγωγή αλεύρων -ψωμί- και 2 εκατομμύρια στρέμματα σκληρό σιτάρι για την παραγωγή σιμιγδαλιού- ζυμαρικά-), με ένα σύνολο παραγωγής περίπου 2,6 εκατομμύρια τόνους, ποσότητα ικανή να καλύψει τις εγχώριες ανάγκες διατροφής.

Επίσης καλλιεργούνταν 4 εκατομμύρια στρέμματα κριθαριού και βρώμης με μία παραγωγή 1,5 εκατομμύρια τόνους ζωοτροφής, που ανέβαζαν σε υψηλά ποσοστά επάρκειας την εγχώρια παραγωγή κρέατος, κυρίως χοιρινού και πουλερικών.

Μετά την ένταξη

Η Αγροτική παραγωγή της χώρας, με την ένταξη της στην ΕΟΚ (Ιούνιος 1979), και την έναρξη εφαρμογής της ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Πολιτική) , άρχισε να διαμορφώνετε με διαφορετικούς στόχους, απ’ ότι θα γινόταν μέχρι τότε.

Η Ελληνική Αγροτική Οικονομία έπρεπε να αποτελέσει υποσύνολο μιας ευρύτερης και πολύ ισχυρότερης Ευρωπαϊκής Αγροτικής Οικονομίας που το πάνω χέρι είχαν οι μεγάλες βιομηχανίες παραγωγής και εμπορίας τροφίμων, και οι πολυεθνικές αγροτικών εφοδίων (λιπασμάτων,σπόρων, φυτοφαρμάκων) και γεωργικών μηχανημάτων.

Ως εκ τούτου έπρεπε να υπάρξει μια πιο εντατικοποιημένη παραγωγή φθηνών αγροτικών προϊόντων που χρειαζόταν η βιομηχανία και μία συρρίκνωση της παραγωγής κάποιων άλλων προϊόντων, που η Ευρωπαϊκή αγορά είτε ήταν κορεσμένη, είτε επειδή απλά υπήρχαν αλλού φθηνότερα.

Το εργαλείο για να πετύχει αυτό το σχέδιο υπήρχε, ήταν η ΚΑΠ και οι επιδοτήσεις, οι οποίες ανάλογα με τους στόχους που εξυπηρετούσαν ανά εποχή άλλαζαν ποσό, επιδοτούμενο προϊόν ή έκταση, δραστηριότητα (καλλιέργεια ή ακαλλιέργεια), κ.λ.π.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πολιτικής ήταν οι επιδοτήσεις στα σιτηρά.
Η υψηλή επιδότηση στο σκληρό σιτάρι (πρώτη ύλη της βιομηχανίας ζυμαρικών) έστρεψε όλους τους αγρότες στην καλλιέργεια του, εγκαταλείποντας κάθε άλλη καλλιέργεια χειμερινών σιτηρών (μαλακό σιτάρι για ψωμί, κριθάρι-βρώμη για ζωοτροφές, κ.λ.π.)

Φθάσαμε έτσι το 2005 να καλλιεργούνται μόνο 8,5 εκατομμύρια στρέμματα σιτηρών, δηλαδή 6 εκατομμύρια λιγότερα από το πριν την ένταξη μας στην τότε ΕΟΚ.

Εδώ μπαίνει το επιχείρημα της επιδότησης, ότι και καλά υπάρχει κέρδος στον παραγωγό και στην εθνική οικονομία και ότι χωρίς την επιδότηση από την Ε.Ε. δεν θα μπορούσαν να καλλιεργήσουν οι αγρότες.

Επιχείρημα που καταρρέει αν γίνει μια πιο εις βάθος και πιο ολιστική ανάλυση των δεδομένων.

Ο απλός υπολογισμός των εισροών – εκροών που κάνει παρακάτω ο Νίκος Δαναλάτος – Καθηγητής Γεωργίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

‘’Η δραματική αύξηση της καλλιέργειας του σκληρού σίτου σε βάρος του μαλακού σίτου, ο οποίος όμως χαρακτηρίζεται από σημαντικά υψηλότερες στρεμματικές αποδόσεις, είχαν ως αποτέλεσμα την πτώση της συνολικής παραγωγής καρπού κατά 2 εκατομμύρια τόνους (από 4 σε 2 εκατομμύρια τόνους) συγκριτικά με την προ-ένταξης της χώρας στην Ε.Ε. περίοδο. Λαμβάνοντας υπόψη τις σημερινές τιμές σιτηρών στην παγκόσμια αγορά (περί τα 200 € / t) αυτό σημαίνει ότι οι πολιτικές αυτές επιφέρουν μείωση της ακαθάριστης προσόδου κατά 400,000,000 € ετησίως και του κέρδους παραγωγού κατά 200,000,000 € ετησίως. Από την άλλη πλευρά οι επιδοτήσεις του σκληρού σίτου ανέρχονται στα 35 € /στρέμμα x 5 εκατομμύρια στρέμματα σκληρού σίτου = 180 εκατομμύρια € που εν πολλοίς εξουδετερώνει την απώλεια εισοδήματος και διατηρεί την παρούσα χρήση γης.

Όμως με την παρούσα χρήση γης και την εγκατάλειψη της χειμερινής καλλιέργειας στο βωμό του σκληρού σιταριού έχει προ πολλού ανασταλεί η σιτάρκεια της χώρας. Αυτό είναι πολύ σοβαρό μειονέκτημα που οδηγεί στις αυξημένες εισαγωγές καρπού και αλεύρων από το εξωτερικό και την εξαγωγή πολύτιμου συναλλάγματος. Έτσι οι ανάγκες σίτισης του πληθυσμού που ανέρχονται περί τα 3 εκατομμύρια τόνους θα απαιτούν εισαγωγές περί τους 1,5 εκατομμύρια τόνους καρπού με αντίστοιχη εξαγωγή συναλλάγματος περί τα 300 εκατομμύρια € ετησίως.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Η δραματική μείωση της παραγωγής κτηνοτροφών οδηγεί στην περαιτέρω συρρίκνωση της κτηνοτροφίας. Αν θεωρήσουμε μόνο τη μείωση της αντίστοιχης κτηνοτροφικής παραγωγής κατά 1,4 εκατομμύρια τόνους αυτό θα ισοδυναμούσε με επιπλέον 280 εκατομμύρια € σε συνάλλαγμα ανεβάζοντας το συνολικό διαφυγόν συνάλλαγμα στα 580 εκατομμύρια €. Όμως η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή: η μείωση των κτηνοτροφών επιφέρει μείωση της παραγωγής κτηνοτροφικών προϊόντων ανεβάζοντας στα ύψη το έλλειμμα της ζωικής παραγωγής. Εφαρμόζοντας τους γενικά αποδεκτούς δείκτες ζωικής/φυτικής παραγωγής, υπολογίζεται ότι μείωση των κτηνοτροφών κατά 1,400,000 τόνους σε σπόρο προκαλεί μείωση της ζωικής παραγωγής κατά 200.000 τόνους κρέατος και του ελλείμματος ζωικής παραγωγής άνω των 1,2 δισεκατομμυρίων €. Έτσι η επιδότηση των 35 € στο σκληρό στάρι τις τελευταίες δεκαετίες απετέλεσαν το τυράκι για τη συρρίκνωση της εγχώριας ζωικής παραγωγής και της εξάρτισης από τους βόρειους κρεατο- και γαλακτο-παραγωγούς φίλους μας αυξάνοντας τις συναλλαγματικές μας διαρροές στο υπέρογκο ποσό του 1,5 δισεκατομμυρίων € ετησίως. Με μια φράση με τις επιδοτήσεις εισρέουν 35 € ανά στρέμμα σκληρού σίτου αλλά εκρέουν δεκαπλάσια ποσά ανά στρέμμα!”

Στις υπόλοιπες καλλιέργειες, λόγω των χαμηλότερων τιμών των εισαγόμενων, η κατάσταση δεν είναι καλύτερη.

Στα όσπρια,από το 85,1% επάρκειας το 1981 κατέρχεται στο 41,2% το 2007.
Στις πατάτες από το 105,5% του 1981 φθάσαμε στο 68,2% το 2009.

Στην καλλιέργεια ζαχαρότευτλου και κατά συνέπεια στην παραγωγή ζάχαρης λόγω των κοινοτικών επιλογών σημειώνεται σημαντική μείωση της καλλιεργούμενης έκτασης από το 1997 με κορύφωση μετά το 2005. Το ποσοστό επάρκειας από 105,6% το 2003 έπεσε στο 46,5% το 2009.

Στα λαχανικά εμφανίζεται μία διαχρονική μείωση που από το 123,2% που ήταν το 1981 φθάσαμε σήμερα σε εισαγωγές ώστε να καλυφθεί η εγχώρια ζήτηση.

Πλεονασματικό είναι το ισοζύγιο των νωπών φρούτων εκτός των εσπεριδοειδών που από το 2007 έγινε ελλειμματικό (98,8% ).

Πλεονασματικό είναι επίσης και το ισοζύγιο σε βρώσιμη ελιά και ιδιαίτερα σε ελαιόλαδο (υψηλότερο του 150%).

Στην παραγωγή κρέατος, υπολογίζοντας και την αύξηση της κατανάλωσης του ανά κάτοικο, η κατάσταση είναι πιο δραματική.

Από 572.000 τόνους το 1981, η εγχώρια παραγωγή έφτασε το 2010 τους 491.000 τόνους.

Η επάρκεια το 2010 ανά κατηγόρια έφθασε σε βοδινό κρέας στο 24%, σε χοιρινό κρέας στο 39%, σε αιγοπρόβειο κρέας στο 87% και σε κρέας πουλερικών στο 79%.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΠΑΣΕΓΕΣ: Το ποσοστό αυτάρκειας της χώρας σε μία σειρά βασικών αγροτικών – διατροφικών προϊόντων φυτικής και ζωικής παραγωγής για το έτος 2010, ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 94% περίπου. Ειδικότερα, το ποσοστό αυτάρκειας στη φυτική παραγωγή ανέρχεται, κατά μέσο όρο, στο 99% περίπου, αλλά διαφοροποιείται μεταξύ επιμέρους κατηγοριών προϊόντων, όπως τα δημητριακά, όπου η αυτάρκεια ανέρχεται στο 82% περίπου, με το μικρότερο ποσοστό να καταγράφεται στο μαλακό σιτάρι (32%) και το υψηλότερο στο ρύζι (171 %).

Στο ελαιόλαδο και τις ελιές η αυτάρκεια εμφανίζει υψηλό ποσοστό, μια και όπως είναι γνωστό η χώρα παραμένει έντονα εξαγωγική στα δύο αυτά προϊόντα.

Στα εσπεριδοειδή τη μεγαλύτερη αυτάρκεια κατέχουν τα πορτοκάλια με ποσοστό 167% ενώ στα λεμόνια η αυτάρκεια περιορίζεται στο 63%, στα φρούτα η αυτάρκεια παραμένει υψηλή (128%), ενώ πολύ χαμηλή αυτάρκεια διαπιστώνεται στην κατηγορία των οσπρίων με ποσοστό που κυμαίνεται στο 39%.”

Παρότι γίνεται μια προσπάθεια “δημιουργικής λογιστικής”, βγάζοντας δηλαδή μέσο όρο σε ζωικά και φυτικά προϊόντα, σε λάδι και σε σιτάρι, σε όσπρια και σε πορτοκάλια, η αλήθεια δεν μπορεί να κουκουλωθεί.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο τραγική αν δούμε από που προέρχονται οι εισροές, (δηλαδή λιπάσματα, φάρμακα, σπόροι, ζωοτροφές) για να παραχθούν τα παραπάνω προϊόντα.

Πάντα με στοιχεία της ΠΑΣΕΓΕΣ έχουμε για το 2014 εισαγωγές λιπασμάτων-εδαφοβελτιωτικών που έφτασαν στο 98% των αναγκών της χώρας, εισαγωγές φυτοπροστατευτικών προϊόντων που έφθασαν στο 94%, εισαγωγές πολλαπλασιαστικού υλικού που έφθασαν στο 35% και ζωοτροφών στο 24%.

Ειδικά σε ότι αφορά το θέμα των ζωοτροφών, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Ζωοτροφών, Ηλίας Μελισσουργός, υποστήριξε, μιλώντας στην εφημερίδα Καθημερινή ότι οι ανάγκες σε πρώτες ύλες για την παρασκευή ζωοτροφών καλύπτονται σε ποσοστό περίπου 70% από τις εισαγωγές.

Αυτή η εξάρτηση σε εφόδια για την παραγωγή φυτικών και ζωικών προϊόντων είναι αρκετά σοβαρότερη και πολύ πιο επικίνδυνη, για μια ανεξάρτητη πορεία της χώρας , από καθαυτή την πρωτογενή παραγωγή.

Ας μην ξεχνάμε όμως ότι αυτό είναι το αποτέλεσμα, της διακοπής λειτουργίας των βιομηχανιών λιπασμάτων, των κέντρων σποροπαραγωγής, της μειωμένης παραγωγής ζωοτροφών λόγω της ‘’φθηνής’’ εισαγόμενης σόγιας και εν γένει της κοινοτικής πολιτικής που αβαντάρει με κάθε τρόπο τις πολυεθνικές παραγωγής γεωργικών εφοδίων εις βάρος της εγχώριας παραγωγής.

Φθάσαμε έτσι σε μια πλήρη εξάρτηση της χώρας, που σύμφωνα με στοιχεία της ΕΣΕΕ (Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου & Επιχειρηματικότητας), οι εισαγωγές σε τρόφιμα και ζώα να φθάσουν για το 2014 τα 5,12 δισεκατομμύρια ευρώ.

Δηλαδή, περισσότερο από το διπλάσιο όλων των επιδοτήσεων στον αγροτικό τομέα που παίρνει η χώρα και χωρίς να αφαιρέσουμε από αυτές την εισφορά της Ελλάδας στο ταμείο της Ε.Ε. από τους δασμούς και μέρος του ΦΠΑ από τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων που λόγω των πολιτικών της Κοινότητας αναγκάζεται να κάνει.




Σχολιάστε Ελεύθερα!

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...