Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Λεπέν εναντίον Μακρόν: Πού είναι το δίλημμα


του Σωτήρη Ρούσσου*


Λοιπόν, Λεπέν εναντίον Μακρόν, φασίστες εναντίον «υπαλλήλων» του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Διαφαινόμενη νίκη του Μακρόν, δηλαδή οι τραπεζίτες και οι κερδοσκόποι των funds αποφάσισαν ότι τα λεγόμενα παραδοσιακά κόμματα δεν μπορούσαν να διαχειριστούν την κρίση αντιπροσώπευσης που προκαλούν οι πολιτικές τους στις κοινωνίες. Κι έτσι ξεπρόβαλε ο «άφθαρτος» Μακρόν, χωρίς κόμμα. Τι να το κάνουμε άλλωστε, άλλο ένα βαρίδι εκπροσώπησης, δημοκρατικών διαδικασιών και «γραφειοκρατίας». Εδώ χρειαζόμαστε τον καλό διαχειριστή, με «καθαρό μυαλό» που θα διαχειριστεί ψύχραιμα τα συμφέροντά μας.

Τα συμφέροντα ποιων δηλαδή; Και του τραπεζίτη και της ωρομίσθιας εργαζόμενης σε τηλεφωνικό κέντρο με σύμβαση «μηδενικού χρόνου». Γιατί προφανώς έχουν τα ίδια συμφέροντα, την ανάπτυξη, την σταθερότητα και την ασφάλεια. Γιατί αν έρθει η ανάπτυξη, ο ένας θα κερδίσει κάποιες δεκάδες εκατομμύρια ετησίως ενώ η άλλη μια σπουδαία φιλοφρόνηση από το αφεντικό. Για την ασφάλεια ας μην το συζητήσουμε καλύτερα, γιατί ο Μακρόν δεν πρόκειται να κάνει τίποτε για τα περιθωριοποιημένα προάστια. Απλώς δεν τα βλέπει.

Ούτε η Λεπέν τα βλέπει.  Αντί για την απίστευτη ανισότητα που παράγεται από το κερδοσκοπικό κεφάλαιο, αυτή βλέπει τον αντίπαλο στον φτωχό μετανάστη από το Μάγρεμπ που δουλεύει στην επόμενη βάρδια. Τρομερή απειλή, αλήθεια, για την γαλλική και την ευρωπαϊκή ελίτ.

Στην εξωτερική και ευρωπαϊκή πολιτική ο Μακρόν φαίνεται ότι θα αποτελέσει χρησιμότατη προσθήκη στην ομάδα που υποστηρίζει τα σχέδια για την Ευρωπαϊκή Ένωση των πολλών ταχυτήτων, του σκληρού πυρήνα των πλουσίων και ισχυρών και των επάλληλων κύκλων της περιφέρειας που θα ελέγχονται στενότερα ή χαλαρότερα από τον πυρήνα. Η ανακούφιση των τραπεζικών κύκλων και του Βερολίνου δείχνουν ότι ο Μακρόν θα ακολουθήσει την γραμμή της λιτότητας και της περιστολής του κοινωνικού κράτους.

Κάτι τέτοιο, όχι μόνο δεν θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη ασφάλεια, αλλά θα περιθωριοποιήσει ακόμη περισσότερο την νεολαία των ήδη υποβαθμισμένων τεράστιων προαστίων. Είτε με την παρουσία του «Ισλαμικού Χαλιφάτου» στην Μέση Ανατολή είτε χωρίς αυτή, το εξτρεμιστικό σαλαφιστικό Ισλάμ, ειρηνικό ή τζιχαντιστικό, θα αποτελέσει ένα πολύ ισχυρό πόλο για την κοινωνική συσπείρωση και αλληλοβοήθεια αυτών των στρωμάτων. Από την άλλη πλευρά, με δεδομένη την όλο και μεγαλύτερη κοινωνική επισφάλεια, τυφλές συγκρούσεις ρατσιστικού και θρησκευτικού χαρακτήρα μεταξύ των υποτελών στρωμάτων είναι πολύ πιθανό να αντικαταστήσουν αυτό που γνωρίζαμε ως κοινωνικούς αγώνες.

Η συνέχιση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης είναι δυνατόν να χάσει τον έκτακτο και προσωρινό χαρακτήρα της, καθιστώντας την κατάσταση εξαίρεσης μόνιμο χαρακτηριστικό του γαλλικού κράτους. Για την Λεπέν αυτό είναι άλλωστε προεκλογική εξαγγελία.

Πολλοί φοβούνται ότι η προεδρία Μακρόν θα έχει δυσκολία να περάσει την πολιτική της από τα νομοθετικά σώματα που δεν τα ελέγχει, μιας και δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα που να την στηρίζει. Αυτό δεν είναι αναγκαία κακό. Με τις δύο παρατάξεις, κεντροδεξιά και σοσιαλδημοκράτες, σε κατάσταση σύγχυσης και αποσύνθεσης, θα είναι εύκολο για τις πραγματικές ιθύνουσες ελίτ να δημιουργήσουν νέες συσσωματώσεις, στη βάση απολύτως σαφών προταγμάτων και αρχών, όπως ο ρεαλισμός, οι μεταρρυθμίσεις και βεβαίως ο μπαμπούλας της Ακροδεξιάς. Εδώ κρίσιμο ρόλο θα παίξει η δυνατότητα του Μελανσόν και των συνοδοιπόρων του να συγκροτήσουν ένα κίνημα της Αριστεράς με μονιμότερα χαρακτηριστικά που θα λάβει υπόψιν του την εμπειρία από τις στρατηγικές ήττες του ΣΥΡΙΖΑ και των Podemos.

Στο πλαίσιο της παραπάνω σύμπλευσης του Μακρόν με το κυρίαρχο αφήγημα για την  Ευρώπη, είναι πολύ λιγότερο πιθανό να έχουμε γαλλικές πρωτοβουλίες για θέματα όπως η πολιτική απέναντι στην Ρωσία και την Συρία. Η Γαλλία θα ακολουθήσει τις «συμμαχικές» προτεραιότητες, όποιες κι αν είναι αυτές. Ούτε βέβαια η Λεπέν θα οδηγούσε την Γαλλία σε μια επανάληψη του διεθνούς ρόλου της της περιόδου Ντε Γκωλ και Μιτεράν. Η προσπάθεια του Σαρκοζί να κάνει κάτι τέτοιο απέτυχε παταγωδώς γιατί η οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας και η θέση της στον παγκόσμιο καταμερισμό ισχύος δεν το επιτρέπει.

Μια τελευταία κουβέντα που αφορά το μέλλον της Ευρώπης. Είναι υποκριτικό ή αφελές να πιστεύει κανείς ότι τώρα που θα βγει ο Μακρόν, η ΕΕ ξεπερνά τα προβλήματα. Περίπου ένας στους δύο Γάλλους ψηφοφόρους εκφράζει έντονο ευρωσκεπτικισμό. Από διαφορετικές αφετηρίες, αλλά οπωσδήποτε έχουν αρνητική άποψη για την επίδραση του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης στη ζωή τους. Είναι επίσης αφελές ή υποκριτικό να πιστεύει κανείς ότι οι ιθύνουσες ελίτ του εγχειρήματος αυτού θα το αλλάξουν ριζικά για να απαντήσουν στα ζητήματα που τίθενται από τις κοινωνίες. Έχουν επενδύσει την ύπαρξη και κυρίως την μακροημέρευσή τους σε αυτό τον τρόπο οικοδόμησης της «ενωμένης» Ευρώπης και όσο το δίλημμα θα είναι μεταξύ Λεπέν και Μακρόν δεν νοιώθουν καμία ανάγκη ουσιαστική αλλαγής.


*Ο Σωτήρης Ρούσσος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και Επιστημονικός Υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών (ΚΕΜΜΙΣ).




Σχολιάστε Ελεύθερα!

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...