Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Είχα δυο καημούς το Πάσχα

Ευσταθία Ματζαρίδου


Ο ένας ήταν ότι δεν νηστεύαμε στο σπίτι μας ούτε και εκκλησιαζόμασταν, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία. Την απόφαση την είχε πάρει η γιαγιά μου που είχε και το κουμάντο στο σπίτι. Εγώ, έλεγε, δεν βάζω στο στόμα μου ένα κουτάλι που το γλείφουν όλοι. Αυτός ήταν ο ένας λόγος, ο άλλος ήταν ότι ήμασταν μια οικογένεια κατεξοχήν κρεατοφαγική, αφού είχαμε δύο στάβλους ζώα, που ανανεώνονταν διαρκώς και ο παππούς μου κάθε μέρα όλο και κάτι έσφαζε στα σφαγεία και κουβαλούσε μετά στο σπίτι σακούλες με κρέατα και εντόσθια.

Μεγαλοβδομαδιάτικα ήταν πάντως το ψυγείο γεμάτο με κρέατα και ο καθένας έβγαζε και μαγείρευε ό,τι ήθελε. Το ίδιο και με τα τσουρέκια τα τρώγαμε μόλις έβγαιναν απ’ το φούρνο ζεστά ζεστά. Οι φιλενάδες μου που ήταν μέσα στην εγκράτεια, με φθονούσαν και με περιφρονούσαν. Εγώ πάλι τις έβλεπα και απ’ τη μια τις λυπόμουνα, απ’ την άλλη ένιωθα ότι κάτι χάνω. Κυρίως τη λαχτάρα με την οποία έπεφταν σε όλα τα αρτύσιμα μετά από τόση στέρηση.

Όλο κι όλο μια φορά επέτρεψε η γιαγιά μου να κοινωνήσω μετά από νηστεία μόνο μιας μέρας. Έτσι το κάνουν, μου είπε, οι φαντάροι το πρωί νηστεύουν και το βράδυ κοινωνούν. Με πήγε, λοιπόν, το βράδυ στην εκκλησία και με είχε από κοντά, πρόσεχε, να είσαι στην ουρά με τα παιδιά, όχι με τους γέρους, θα μεταλάβεις μετά από κάποιο παιδί. Κι εγώ στριμώχτηκα σε εκείνο το τσούρμο του κόσμου, ρίχνοντας ένοχα βλέμματα γύρω μου, με ένα φόβο μήπως καταλάβουν οι άλλοι ότι είχα κάνει τη νηστεία του φαντάρου κι όχι την κανονική και με καρφώσει κάποιος στον παπά και μου αρνηθεί τη Θεία Κοινωνία. Αλλά πήγαν όλα καλά και ούτε και κόλλησα και κανένα μικρόβιο.

Ο δεύτερος καημός μου ήταν ότι δεν είχα νονά. Η νονά μου είχε πεθάνει νέα, αλλά και να μην είχε πεθάνει θα έμενε ούτως ή άλλως στην άλλη άκρη της Ελλάδας, γιατί ο πατέρας μου είχε ένα φίλο Κρητικό και με βάφτισε η γυναίκα του. Όταν, λοιπόν, όλα τα παιδιά έβαζαν τα καλά τους και πήγαιναν όλο καμάρι το τσουρέκι στη νονά τους και μετά με ακόμη μεγαλύτερο καμάρι επέστρεφαν κρατώντας τη λαμπάδα τους και τα πασχαλινά τους παπούτσια, εγώ τα έβλεπα απ’ το παράθυρο και πικραινόμουν. Μάταια οι δικοί μου μού έλεγαν, εμείς θα σου πάρουμε όσες λαμπάδες και όσα παπούτσια θέλεις. Εγώ ήθελα της νονάς μου. Η μάνα μου τότε έριχνε το φταίξιμο στο μπαμπά μου που πήγε και κουμπάριασε με τον Κρητικό, σαν να έφταιγε η απόσταση για την απουσία της νονάς μου κι όχι ο θάνατος.

Κατά τα άλλα ήταν ωραία το Πάσχα. Τα ασπρίσματα είχαν μια γλυκιά αναστάτωση και μια προσμονή, οι μαχαλάδες μύριζαν κακουλέ και μαχλέπι, όλη τη Μ. Εβδομάδα ήμασταν αγόρια και κορίτσια με τις ώρες στην εκκλησία για τα τροπάρια και φλερτάραμε ατέλειωτα, τη Μ. Πέμπτη ξαμολιόμασταν στα σοκάκια για λουλούδια κι, όταν τα τσιγκουνεύονταν οι νοικοκυρές, σκαρφαλώναμε στις αυλές και τα κλέβαμε και την Ανάσταση καμαρώναμε όλοι για τις γιορτινές μας φορεσιές και μετά ακολουθούσαν τα φαγοπότια με τσουγκρίσματα. Ενίοτε οικογενειακά. Κατά μέτωπο.

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές





Σχολιάστε Ελεύθερα!

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...