Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Οταν η απανθρωπιά γίνεται νόμος, η αυτοδικία γίνεται τρόπος!

Του Προκόπη Μπίχτα


Σε μια κοινωνία όπου βασιλεύει το δίκαιο του ισχυρού, χωρίς να υπάρχει ορατή διέξοδος, η αυτοδικία προβάλλει σαν ανάγκη για την ύπαρξη και συνέχεια της ζωής.

Στις αρχαίες εποχές, πριν ακόμα υπάρξουν τάξεις και κράτος,  η οργάνωση των κοινωνιών ήταν άρτια και ο απόλυτος δημοκρατισμός ήταν καθημερινή πρακτική που είχε πάρει την διάσταση συνήθειας και εθίμου. Σε εκείνες τις εποχές οι άγραφοι νόμοι έπαιρναν την μορφή της αυτοδικίας, αν και αυτός ο όρος θα ήταν εκτός χρόνου τότε. Κατά κανόνα, οποιαδήποτε αδικία γινόταν μέσα στο πλαίσιο του γένους ή της φυλής, γινόταν από λάθος, αφού το αίσθημα της ενότητας της ομάδας ήταν ισχυρότερο από το αίσθημα της ατομικής επιβίωσης. Η δικαιοσύνη αποδιδόταν με ειρηνικά μέσα, συνήθως με την έκφραση λύπης από την πλευρά του αδικήσαντος και την επανόρθωση της ζημιάς. Η εκδίκηση στο πλαίσιο της ομάδας ήταν αδιανόητη μιας και η ενότητα ήταν αδιανόητο να διαρραγεί για οποιονδήποτε λόγο.

Διαφορετικά ήσαν τα πράγματα σε περίπτωση αδικίας μεταξύ διαφορετικών γενών ή φυλών. Σε αυτή την περίπτωση, έπρεπε να υπάρξει άμεση επανόρθωση και να δοθεί αποζημίωση.

Σε περίπτωση φόνου, λειτουργούσε η αιματηρή δικαιοσύνη – η εκδίκηση. Το γένος ή η φυλή του φονευθέντος ζητούσε να της παραδοθεί ο φονιάς. Αν η άλλη φυλή αρνιόταν ξεσπούσε πόλεμος μέχρις εσχάτων. Ο νικητής δεν αρκούταν στη νίκη, αλλά εξολόθρευε κάθε μέλος της νικημένης φυλής, τα οικοδομήματα, τα ζώα, τα σπαρτά, ακόμα και τα μωρά, στα οποία έβλεπε μια μελλοντική απειλή. Μια παλιά σκανδιναβική παροιμία λέει: «Μέσα σε κάθε παιδί ενεδρεύει ένας λύκος».

Η αιματηρή εκδίκηση ήταν σημαντικό μέρος της κουλτούρας όλων των παλιών λαών και η διάπραξή της ήταν πρώτη προτεραιότητα. Μια άλλη σκανδιναβική παροιμία λέει: «Ακόμα κι όταν περάσουν χίλια χρόνια και το όστρακο θα έχει γίνει σκόνη κι όταν περάσουν ακόμα χίλια χρόνια, η φωτιά της εκδίκησης θα καίει την καρδιά μου».

Στην παλιά Βουργουνδία όποιος έκαιγε μια ξένη θημωνιά, καιγόταν ζωντανός από το πλήθος με συνοπτικές διαδικασίες, αφού από την θημωνιά εξαρτιόταν η ύπαρξη μιας ολόκληρης οικογένειας. Στην Δαλματία, οι γυναίκες του σκοτωμένου κρεμούσαν το ματωμένο πουκάμισό του πάνω από το τζάκι και το έδειχναν στα παιδιά τους, ετοιμάζοντάς τα να πάρουν εκδίκηση όταν θα μεγάλωναν.

Ο ιστορικός Χένρυ Λιούις Μόργκαν γράφει για Ινδιάνους της Β. Αμερικής που αυτοκτόνησαν επειδή, για κάποιους λόγους, δεν μπόρεσαν να πάρουν εκδίκηση για αδικία που έγινε σε βάρος της φυλής.

Η μυθολογίες όλων των λαών, που αντικατοπτρίζουν τα ήθη και τις συνήθειες της εποχής τους βρίθουν από περιστατικά αιματηρής εκδίκησης.

Στην ελληνική μυθολογία η αιματηρή εκδίκηση βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη. Ο Ηρακλής εξολοθρεύει ολόκληρες οικογένειες επειδή τον αδίκησαν. Θεοί και θεές επιφυλάσσουν τρομερές τιμωρίες σε όσους τους αψήφησαν. Η αρχαία τραγωδία, που επίσης αντικατοπτρίζει τα ήθη και τα έθιμα της εποχής της, είναι γεμάτη από πράξεις αιματηρής εκδίκησης. Η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της για να τιμωρήσει τον Ιάσονα και καταδικάζει την γενιά του σε μη-συνέχεια. Η Κλυταιμνήστρα σκοτώνει τον Αγαμέμνονα και λέει: «το αίμα του θα πέσει σαν δροσιά επάνω μου». Ο Ορέστης σκοτώνει την μητέρα του για να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του. Τα περιστατικά της αιματηρής εκδίκησης είναι αμέτρητα.

Στην αρχαία Αθήνα υπήρχε το Δικαστήριο των Δικαίων Φόνων, το οποίο δίκαζε κυρίως, φόνους που διαπράχθηκαν κατά λάθος ή για άμυνα, υπεράσπιση ή εκδίκηση. Κατά κανόνα οι κατηγορούμενοι αθωώνονταν ή καταδικάζονταν σε συμβολικές ποινές. Τρανταχτή περίπτωση ήταν το ψήφισμα του Δημοφώντα που καλούσε κάθε Αθηναίο να σκοτώσει ατιμώρητα όποιον επιβουλευόταν το δημοκρατικό καθεστώς και υιοθετήθηκε από το Δικαστήριο των Δίκαιων Φόνων.

Στην μεσαιωνική Ευρώπη η αιματηρή εκδίκηση άρχισε να υποχωρεί όταν εισήχθη από τους Φράγκους η αρχή της εξαγοράς (Wergeld ή Wergild).

Ο άσβεστος πόθος για αιματηρή εκδίκηση δεν οφειλόταν στα «κακά» ένστικτα των αρχαίων και μεσαιωνικών λαών, όπως ισχυρίζονται εκπρόσωποι της αστικής αντίληψης του πασιφισμού και η εκκλησία. Ήταν όρος ζωής και ύπαρξης για τις κοινωνίες της εποχής. Οι ισχυρότατοι δεσμοί που αναπτύσσονταν ανάμεσα στα μέλη του γένους και της φυλής έκαναν το κάθε μέλος να νοιώθει σαν προσωπική προσβολή την αδικία που επιτελούταν σε κάποιο άλλο μέλος. Κυριολεκτικά ένοιωθε σαν ακρωτηριασμένο. Επί πλέον, αν μια φυλή δεν έπαιρνε εκδίκηση για την αδικία, θεωρούνταν αδύναμη και γινόταν βορά στις διαθέσεις εχθρικών φυλών.

Με την δημιουργία των εθνικών κρατών και την ευρεία διάδοση των νόμων - που επιβάλλονται με την βία στα μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού και θεωρείται ότι αποδίδουν δικαιοσύνη - η πράξη της αυτοδικίας αμβλύνθηκε. Οι άνθρωποι συνήθισαν να περιμένουν το δίκιο τους από την Πολιτεία. Όταν όμως η αδικία από την πλευρά της Πολιτείας γίνεται εμφανής στην πλειοψηφία του πληθυσμού, ανθεί η αυτοδικία, δηλαδή η υλοποίηση του δικαιώματος έξω από τον δικαστικό δρόμο και η επιθυμία για εκδίκηση, όταν θεωρείται ότι το δικαστικό σύστημα δεν αποδίδει δικαιοσύνη.

Σήμερα οι πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού έχουν καταδικάσει σε βαθειά φτώχεια τα μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού και η αδικία έχει πάρει γιγαντιαίες διαστάσεις. Η υποκρισία των νόμων έχει καταφανεί στα μάτια των μελών της κοινωνίας και η υποκρισία του κράτους «δικαίου» έχει ξεσκεπαστεί. Όταν οι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να βρουν το δίκιο τους με κανένα άλλο τρόπο τείνουν να καταφύγουν, κατ’ ανάγκη, στην αυτοδικία ή την εκδίκηση.

Οι πολιτικές της παγκοσμιοποίησης έχουν μετατρέψει τις κοινωνίες σε νεομαλθουσιανές ζούγκλες, όπου, απροκάλυπτα πια, το μόνο δίκαιο είναι το δίκαιο του ισχυρού. Οι απλοί άνθρωποι δεν μπορούν να υπερασπίσουν τον εαυτό τους στα πλαίσια των νόμων αυτής της ζούγκλας και τείνουν να καταφεύγουν σε ατομικές πράξεις.

Στις μέρες μας η αυτοδικία τείνει να πάρει οργανωμένη διάσταση. Κινήματα όπως το “Δεν πληρώνω”, οι κινήσεις κατά των πλειστηριασμών κ.ά. είναι μια μορφή αυτοδικίας, όπου οι πολίτες διεκδικούν το δίκιο τους απέναντι σε άδικους νόμους, που αποσκοπούν στην καταστροφή μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας και την ωφέλεια ιδιοτελών μειοψηφιών, εχθρικών προς την κοινωνία. Κινήσεις τέτοιου είδους, παρά τον ειδικό και αμυντικό χαρακτήρα τους, δεν παρέχουν «φιλανθρωπία» προς τους κατατρεγμένους, αλλά συμβάλλουν στην δυνατότητα της ζωής να συνεχιστεί.

Ο ισχυρισμός ότι οι δημόσιοι ή οι ιδιωτικοί υπάλληλοι που κόβουν το δημόσιο αγαθό του ηλεκτρικού ρεύματος ακόμα και σε σπίτια αρρώστων και αναπήρων ή ελάχιστοι διεφθαρμένοι συμβολαιογράφοι «είναι εργαζόμενοι και κάνουν την δουλειά τους» είναι σαθρός. Αν η επιβίωση κάποιων εξαρτάται από την καταστροφή του συνόλου, αυτοί οι «κάποιοι» δεν έχουν λόγο λειτουργίας. Αυτό εκφράζει με απλά λόγια ο κάθε λογικός άνθρωπος όταν λέει: «αν η δουλειά τους είναι να σκοτώσουν την οικογένειά μου κι εμένα, να μην την κάνουν». Άλλωστε είναι ακόμα νωπές οι μνήμες των γερμανών στρατιωτών που εξολόθρευαν ολόκληρα χωριά λέγοντας «εμείς, απλώς, εκτελούμε διαταγές».

Η πλειοψηφία των ανθρώπων στη χώρα μας θα μπορούσε να μην βρίσκεται σε θέση ανημπόριας, αν η περίφημη Αριστερά εξέφραζε τις δίκαιες επιθυμίες και ανάγκες τους και έδειχνε την διέξοδο από την σημερινή κατάσταση. Όμως η συντριπτική πλειοψηφία των κομμάτων, οργανώσεων και ομάδων της αριστεράς έχει άλλα, πιο «καυτά» ενδιαφέροντα.

Σήμερα ο μοναδικός τρόπος για να διεκδικηθεί το δικαίωμα της κοινωνίας(*), σε αντίθεση με τα «δικαιώματα του ατόμου», είναι να ανατραπεί η υπάρχουσα κατάσταση των μνημονίων και της ζούγκλας που έχουν επιβάλει.

(*) Είναι το κοινωνικό δικαίωμα της ισόβιας εξασφάλισης σε κάθε άτομο των υλικών όρων ύπαρξης και αναπαραγωγής του, που αντιστοιχεί στο υπάρχον επίπεδο πολιτισμού.

Πηγή: dromosanoixtos.gr



Δρόμος Ανοιχτός: Επιλογές





Σχολιάστε Ελεύθερα!

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...