Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Γεύσεων επίσκεψις


Του Αλέξανδρου Αρδαβάνη    

Ένα ακόμα «τετέλεσται».

Όχι οποιοδήποτε αλλά της αγαπημένης μου, που όλοι οι ελιγμοί μου για χάρη της απέτυχαν να παραπλανήσουν τον Υπέρτερο· κυρίως αστόχησαν στο να γελάσουν την ίδια για την τελική έκβαση.

Η Μαρία μου σήμερα έπαψε.

Μέρες έπαυε και τίποτε δεν τολμούσε αντιστροφή, ας σπάραζε η μικρή αδελφή «μπορώ να της δώσω το δικό μουουου;»

Ξέρω πως με γνώρισε μέσα στο βύθος σήμερα το πρωί, καθώς κοίταζα το όμορφο πρόσωπο να χάνεται στο χρυσάφι της εξάχνωσης.

-Τι πήγε λάθος; Η μάνα ρώτησε μια τελευταία φορά και από τότε σώπασε και με κοιτούσε βουβά. Ξέρω πως η μάνα δε μπορεί να συγχωρήσει το παράλογο της απώλειας, ξέρω την κραυγή που ανεβαίνει και χάνεται στο απόλυτο κενό του ουρανού· ξέρω πως θα είμαι πάντα ο προσιτός ανακλαστήρας της κραυγής.

-Δεν έπρεπε να γίνει αυτό στη Μαρία, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια καθώς ξεμάκραινε και ξέρω πως το δίκιο της είναι Αραράτ· «προς γαρ το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων συγκρίνεται»…

Οι δικοί της μάζεψαν τα λιγοστά ρουχαλάκια της, το τάμπλετ που κάποιες στιγμές την κράτησε από το γλίστρημα στο κενό. Τα παπουτσάκια που την περπάτησαν στα καρφιά του τελευταίου δρόμου. 

Έπρεπε όμως να επιστρέψω στο μάθημα· ο βιντεοπροβολέας φωτίζει τις αναντίρρητες στατιστικές καμπύλες. Εστιάζει στα p-values. Είναι όλα τόσο ευκρινή. Οφέλη επιβίωσης, χρόνου μέχρι την επιδείνωση, ποιότητας ζωής. Δέκα μέτρα πιο πέρα η Μαρία μου επιβεβαιώνει και διαψεύδει με μια τελευταία χειρονομία περιφρόνησης το διαρκώς αναματαιούμενο σύμπαν του αγώνα της, των αγώνων μας· τις φριχτές καμπύλες Kaplan-Meier που κατρακυλούν πάντα στο μηδέν, ως υπόμνηση της στρατηγικής ήττας μας. 

Σήμερα το ξανασκέφτομαι: κάτι θα ήξεραν οι εξυγιαντές υπάλληλοι των τοκογλύφων που την απέλυσαν από τον Δήμο, ένα χρόνο πριν. Ας της άφησαν μεγαλόψυχα την ασφάλεια ασθενείας. Για ένα χρόνο μετά την απόλυση όσο περίπου η διάμεση επιβίωση σε βαριές προγνώσεις. 

Βγήκα μετά έξω. Μεσοκαλόκαιρο, τα γυμνά σώματα ξεσαλώνουν στα μάτια του Γιώργου, που έχει -παρελθούσα πλέον- εμπειρία της Υπαρξιακής Αγευσίας και ξέρει να ζει έγχρωμη και ευωδιαστή την κάθε στιγμή.

Οι νέοι ετοιμάζονται για τη βραδινή έξοδο -σε πείσμα της εθνικής κατήφειας. Ετοιμάζονται για την εγκατάλειψη της πατρίδας και την ξενιτιά.

Αφήνουν τη μάχη για ένα καλύτερο αύριο στους παλαβούς που πιστεύουν ακόμα πως ο κόσμος μπορεί ν’ αλλάξει αν όλοι μαζί το πιστέψουμε. Ανάμεσα στους τελευταίους ματαιοπόρους κι εγώ, που αρνούμαι πεισματωμένα τη θερινή ραστώνη στα εκτρώματα παραλίας κοντά στην πόλη μου· από συμπλέγματα σωματικής μειονεξίας, είν’ αλήθεια. 

Πιο αργά, τελειώνοντας το γεύμα, ο αυριανός γιατρός με αιφνιδιάζει. Μιλάμε για τις διάφορες γεύσεις. Η γεύση, λέει, ακολούθησε την εξελικτική διαδικασία. Πρώτα έγινε αντιληπτό το πικρό, μετά το ξινό και το αλμυρό και τέλος το γλυκό. Καθώς οι γνώσεις μου έχουν μείνει πίσω βαριανασαίνοντας, δεν απαντώ.

Μου απαντά όμως αυτός, όπως σαν να είχα ρωτήσει: επειδή όλες οι τοξίνες είναι πικρές, τα πρώτα θηλαστικά έπρεπε να είναι έτοιμα να τις αποφεύγουν.

Παρακάμπτω με σιωπή τα αντιτελεολογικά μου αντανακλαστικά. Γιατί;

Σκέφτομαι πως η αφεντιά μου έχει καθηλωθεί χαμηλά στην εξέλιξη, πολύ πριν την αποτροπή της δηλητηρίασης με τη βοήθεια της πρωτόγονης γεύσης.

Πλημμύρα στο φαρμάκι οι μέρες μου.

Και να ήταν μόνο η γλυκιά Μαρία. Ο τόπος μου με πληγώνει λογχίζοντάς με από παντού, γι’ αυτό δε χρειάζεται να ταξιδεύω για να το νιώθω, όπως ο ποιητής. Περπατώ στη ράχη της γονατισμένης πατρίδας μου και μ’ αγκαλιάζουν οι πίκρες, αδελφές αγαπημένες.

Και μια ακόμη Μαρία έχει πετάξει.

Ίδια με τις ελπίδες μου.

Πηγή: presspublica.gr


Σχολιάστε Ελεύθερα!

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...