Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Δημηγορίες

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης


Βαστούσε από γενιά. Έτσι τουλάχιστον ισχυριζόταν. Στην άκρη όπως στεκότανε. Στητός. Και ρητόρευε.

Για την Κωνσταντινούπολη, την Τεργέστη, την Αλεξάνδρεια και την Αθήνα. Την καθ’ ημάς ανατολή με την Κάτω Ιταλία. Τις πέντε θάλασσες που βρέχουν τρεις Ηπείρους. Την Αλμυρά Έρημο με την τοξωτή γέφυρα του Γοργοποτάμου. Και τον Αισχύλο, τον Ευριπίδη, τον Γεώργιο Πλήθωνα τον Γεμιστό, τον Πατροκοσμά με τα θρησκευτικά διδάγματά του, τους Φαναριώτας του Πατριαρχείου και των Παραδουνάβιων, τον Κωστή Παλαμά, τον Περικλή Γιαννόπουλο και τον Στέλιο Καζαντζίδη με τα ωραία άσματά του.

Τέτοια και άλλα τινά διακήρυσσε. Με ένταση φωνής. Γκριμάτσες. Συσπάσεις των μυών. Θεατρικές χειρονομίες. Του σώματος και των χεριών. Αλλά ήταν αργά το απόγευμα. Έσφιγγαν οι γονείς την παλάμη των παιδιών και προσπερνούσαν βιαστικοί. Πού και πού στεκόταν κάνας περίεργος τουρίστας έριχνε το κέρμα του και συνέχιζε την βόλτα στον παραλιακό.

Ωραία σουρουπώνει στα μέσα του Ιούλη. Δροσίζει ο ελαφρύς νοτιάς την κάψα της ημέρας. Ο θαλασσινός φλοίσβος αφρίζει στον ίδιο βράχο αιώνες τώρα. Το πρώτο μπαρ της νύχτας ανοίγει σιγά σιγά τις πόρτες του. Μια παρέα κοριτσιών τρέχει να πιάσει θέση.

Πηγή: artinews.gr



Σχολιάστε Ελεύθερα!

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...