Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Πολεμικοί ανταγωνισμοί και ταξικές αντιθέσεις (Γιατί να πάρει ο Τζόνι τ’ όπλο του;)


Του Ανέστη Ταρπάγκου      

Η έξαρση των πολεμικών προετοιμασιών και ανταγωνισμών στην τελευταία περίοδο, με επίκεντρο ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής (από την Ρωσία μέχρι την Αίγυπτο και από τα Βαλκάνια μέχρι το Ιράν) τείνει να γίνει κυρίαρχη διάσταση τόσο στο εσωτερικό των εμπλεκομένων χωρών όσο και στο επίπεδο των οξυνόμενων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, συμμαχιών και μπλοκ. Μάλιστα στις επιμέρους χώρες (π.χ. Ελλάδα, Τουρκία, Συρία κλπ.) το ζήτημα του ενδεχόμενο επικείμενου πολέμου και των πολεμικών συγκρούσεων που διεξάγονται, τείνει πλέον να γίνει κυρίαρχο στην οικονομική και κοινωνική τους ατζέντα, θέτοντάς το σε εξαιρετικά υποδεέστερη μοίρα : Οι εθνικισμοί αναζωπυρώνονται κατά τρόπο κατακόρυφο και λειτουργούν πλέον καταλυτικά σε ένα μεγάλο μέρος των λαϊκών συνειδήσεων. Πρόκειται για διασταυρούμενους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, πράγμα που καταδεικνύει τον γενικευμένο χαρακτήρα των επιδιωκόμενων γεωστρατηγικών ανακατατάξεων.
Έρχονται έτσι πολυποίκιλα σενάρια συμμαχιών, ανάδειξης νέων πεδίων εθνικής ταξικής κυριαρχίας, που βασίζονται σε κινήσεις της μεταβαλλόμενης πολιτικής σκακιέρας: Σε καμία σχεδόν περίπτωση δεν αναδεικνύεται ο ρόλος  του εσωτερικού λαϊκού παράγοντα σ’ αυτές τις χώρες ως αποτρεπτικής δύναμης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Οι λαϊκές τάξεις σκέφτονται με όρους πολεμικής ισχύος των χωρών τους, με όρους αμυντικών και επιθετικών όρων, αν και όλες γενικά πείθονται από μια γενική σκοπιά ότι η θέση της δικής τους διακυβέρνησης και άρχουσας τάξης είναι «ακραιφνώς αμυντική» έναντι των «πατρώων εδαφών». Κι’ αυτό μάλιστα όταν οι προετοιμαζόμενες στρατιωτικές κινήσεις, ειδικά σε μια πολυσύνθετη γεωστρατηγική αντιπαράθεση όπως η σημερινή, δεν έχουν κυρίως εδαφικές διεκδικήσεις ή υπερασπίσεις εθνικών εδαφών, αλλά διαφορετικά επίδικα που έχουν να κάνουν με τον έλεγχο των ενεργειακών διαδρόμων, την εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών, την διασφάλιση κατάλληλων όρων λειτουργίας της καπιταλιστικής διεθνοποίησης.
Από την κοινωνική άνοιξη στην απειλή πολεμικού ολέθρου
Σκοπός αυτής της αναλυτικής μας αναφοράς δεν είναι να καταδείξουμε τις βαθύτερες διπλωματικές διαστάσεις των ζητημάτων, να καταμετρήσουμε την σχετική στρατιωτική υπεροπλία της κάθε δύναμης, να καταδείξουμε τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα των αντιπαρατιθέμενων συνασπισμών (Ρωσίας – Τουρκίας-Συρίας ή ΗΠΑ – Ισραήλ – Ελλάδας – Αιγύπτου κλπ.), ο οποίος έχει φύσει ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά κλπ. Δεν είναι να δούμε την εξέλιξη αυτών των πολεμικών αντιπαραθέσεων στο πεδίο της μάχης, είτε για να μετρήσουμε τις σίγουρες καταστρεπτικές απώλειες, είτε για να επικαλεσθούμε σύγχρονες Θερμοπύλες και Μαραθώνες. Κι’ ούτε βέβαια μπορούμε να κραδαίνουμε την λευκή σημαία της ειρήνης, που από καμία πλευρά δεν είναι επιθυμητή και έχει περιπέσει στο πεδίο της «λήθης». Δυστυχώς ο σύγχρονος ΟΗΕ έχει πάρει προ πολλού το δρόμο της εξουδετέρωσης  ακολουθώντας εκείνον της Κοινωνίας των Εθνών του μεσοπολέμου. Το ζήτημα τοποθετείται διαφορετικά: Το κυρίαρχο δεν είναι ο πολεμικός συσχετισμός δύναμης μεταξύ των επιμέρους κρατών, των οποίων η όποια αντιπαράθεση θα είχε δραματικές επιπτώσεις για τις εθνικές λαϊκές τάξεις, αλλά ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ αστικών πολεμικών ηγεσιών και λαϊκών εργαζομένων στρωμάτων στο εσωτερικό της κάθε χώρας ξεχωριστά.
Ούτε από την άλλη πλευρά μπορεί να ξεκινήσει με μόνη την πολιτική λογική του αντιπολεμικού εργατικού διεθνισμού, παρόλη την αναγκαιότητά του και την καταλληλότητά του για δυο σύγχρονους λόγους: Αφενός γιατί η ισχύς των εθνικιστικών αντανακλαστικών στο εσωτερικό των επιμέρους χωρών δυστυχώς έχουν ακόμη μεγάλη εμβέλεια – Αφετέρου γιατί τα λαϊκά εργατικά κινήματα των εμπλεκομένων χωρών έχουν υποστεί στην τελευταία περίοδο μια ισχυρή καθίζηση. Συνεπώς το ζήτημα της ειρήνης και του εργατικού διεθνισμού, αν και αδιαμφισβήτητης αξίας επί της αρχής τους, προϋποθέτουν την υπόσταση και αντιπαλότητα υπαρκτών λαϊκών εργατικών κινημάτων στο εσωτερικό των επιμέρους χωρών, για να έχουν αποτρεπτική αποτελεσματικότητα.
Η αρχή της τρέχουσας δεκαετίας του 2010 σηματοδοτήθηκε από την γενικευμένη κρίση καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης και τα ακραία νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά της, συνοδεύτηκε όμως παράλληλα από το διεθνές φαινόμενο της Άνοιξης των περισσότερων μεσογειακών, και όχι μόνον, χωρών. Μετά την αρχική λαϊκή εξέγερση στην Τυνησία ακολούθησε το φαντασμαγορικό δημοκρατικό λαϊκό κίνημα εξέγερσης της Πλατείας Ταχρίρ της Αιγύπτου, που είχε φανεί ότι θα έτεινε να αγκαλιάσει ένα ευρύτερο φάσμα του αραβικού κόσμου στο Μαγκρέμπ και στην Μέση Ανατολή. Το κίνημα αυτό γρήγορα επεκτάθηκε και κατέκτησε την Πλατεία Ντελ Σολ της Μαδρίτης, φτάνοντας στο σημείο να δώσει γέννηση σε μια μαζική ενωτική ισπανική Αριστερά (Unidos Podemos). Και ακριβώς δίπλα, λίγο χρονικό διάστημα αργότερα ταρακούνησε τις ισορροπίες στη γαλλική κοινωνία με τις ενωτικές απεργίες απέναντι στην αποδόμηση του Κώδικα Εργασίας και τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις Ολάντ και Μακρόν. Την σκυτάλη πήρε το κίνημα της Πλατείας Συντάγματος στην ελληνική κοινωνία, απέναντι στα αλλεπάλληλα μνημονιακά μέτρα το καλοκαίρι του 2011, που διασφάλιζε μια ευρύτατη λαϊκή εξεγερτική δυναμική. Τέλος η όλη κίνηση κορυφώθηκε με το κίνημα της Πλατείας Ταχρίρ της Κωνσταντινούπολης που αναδείκνυε όλο το αριστερό, δημοκρατικό και κουρδικό καταπιεσμένο κίνημα της τουρκικής κοινωνίας. Αλλά και στην πέραν του Ατλαντικού αμερικανική κοινωνία, και με αφορμή τις προεδρικές εκλογές, το κίνημα της υποψηφιότητας του Μ. Σάντερς είχε καταστεί απειλητικό για το αμερικανικό καταστημένο, καταδεικνύοντας μια δυνατότητα υπερκερασμού του ακραίου εθνικιστικού, συντηρητικού και ρατσιστικού ρεύματος των συντηρητικών του Ν. Τραμπ.
Ενόσω διαρκούσε αυτή η πολύμορφη πολιτική και κοινωνική άνοιξη, στο επίκεντρο τοποθετούνταν οι ταξικοί ανταγωνισμοί στο εσωτερικό αυτών των κοινωνιών, η αποσταθεροποίηση ή αποκατάσταση της αστικής κυριαρχίας στο εσωτερικό τους, με την μορφή που έπαιρνε σε κάθε μια από αυτές. Κατά συνέπεια, οι όποιοι πολεμικοί σχεδιασμοί, συμμαχίες, προετοιμασία αντιπαραθέσεων κλπ. των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, προσέκρουαν σε μια ισχυρή εσωτερική ταξική κοινωνική δυναμική που τους ακύρωνε και τους απενεργοποιούσε.
Η κοινωνική ταξική διαπάλη αμείλικτος εχθρός του πολέμου
Ωστόσο αυτή η φωτεινή Άνοιξη επισκιάστηκε γρήγορα από έναν μολυβένιο ουρανό ενός παρατεταμένου χειμώνα που βιώνεται σήμερα. Επιχειρήθηκε και σχεδόν επιβλήθηκε από τις εθνικές αστικές δυνάμεις και τους κατασταλτικούς τους μηχανισμούς η ανατροπή αυτής της εξεγερτικής δημοκρατικής διαδικασίας, με στόχο την συντριβή των μορφών της λαϊκής ταξικής πάλης. Η δημοκρατικά εκλεγμένη αιγυπτιακή διακυβέρνηση που προέκυψε από την εξέγερση της Πλατείας Ταχρίρ γρήγορα ανατράπηκε πραξικοπηματικά με την συνέργεια της αιγυπτιακής και της αμερικανικής στρατοκρατίας επιβάλλοντας τη δικτατορία Σίσι. Στη Γαλλία ο απεργιακός λαϊκός κόσμος, παρόλη την έκταση της κινητοποίησης και το σχετικό της εύρος, προσέκρουσε στο πολιτικό τοίχος των ευρέως πλειοψηφικών νεοφιλελεύθερων δυνάμεων (Σοσιαλιστών, Ρεπουμπλικάνων, Μακρόν, Εθνικού Μετώπου), που δεν μπόρεσε να ξεπεράσει και να καταστεί κοινωνικά πλειοψηφικός, αφού άλλωστε και η ίδια η κοινοβουλευτική διαδικασία είχε φαλκιδευτεί και αντικατασταθεί με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Στην ελληνική περίπτωση, η άλωση του ΣΥΡΙΖΑ από το καλοκαίρι του 2012 από τις μικροαστικές δυνάμεις του εκσυγχρονισμού και του τεχνοκρατισμού του παλιού ΣΥΝ, οδήγησε γρήγορα στη μνημονιακή του μετάλλαξη και στο πέρασμα στην αντίπαλη όχθη της αστικής πολιτικής. Άλλωστε ο εσωτερικός χημικός πόλεμος στην Πλατεία Συντάγματος διαδραμάτισε καίριο ρόλο για την βίαιη καταστολή του κινήματος. Και παράλληλα το δημοκρατικό αριστερό κίνημα της πλατείας Ταξίμ αντιμετώπισε την δίχως προηγούμενο κατασταλτική δράση του παραδοσιακού τουρκικού κράτους. Τέλος η ίδια η πορεία του Μ. Σάντερς και του κινήματός του επικαθορίστηκαν από τις κατεστημένες νεοφιλελεύθερες διαδικασίες και μηχανισμούς του Δημοκρατικού Κόμματος που παραχωρούσε απλόχερα τη αμερικανική προεδρία στον Ν. Τραμπ.
Είναι αυτές οι μορφές της βίαιης ως επί το πλείστον και κατασταλτικής παρέμβασης (και όχι μόνον βέβαια) που επέφεραν μέσα στην δεκαετία του 2010 την εξουδετέρωση του εσωτερικού «ταξικού εχθρού», της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Μια νέα περίοδος οξυμένων πολεμικών ανταγωνισμών όπως η σημερινή, προϋποθέτει δηλαδή οπωσδήποτε την αφετηριακή πολεμική νίκη της αστικής εξουσίας στο εσωτερικό των επιμέρους χωρών. Θα ήταν αδιανόητο να φανταστεί κανείς το σημερινό γεωστρατηγικό σκηνικό αν είχαν κατοχυρωθεί λαϊκές νίκες σε ορισμένες αν όχι σε όλες τις αναφερόμενες αυτές χώρες. Η καίρια έγνοια των αστικών τάξεων θα ήταν να αντιμετωπίσου τον δικό τους απειλητικό «εσωτερικό εχθρό» και δύσκολα πολύ θα στρέφονταν σε εξωτερικού τύπου πολεμικές συρράξεις.
Μ’ άλλες λέξεις οι εξωτερικού χαρακτήρα αντιπαραθέσεις, εμπλοκές, συγκρούσεις κλπ., που προκαλούν εξοντωτικού χαρακτήρα καταστρεπτικές συνέπειες ανείπωτης φύσης, και ο εσωτερικός ταξικός κοινωνικός πόλεμος βρίσκονται σε σχέση αντιστρόφως ανάλογη. Σε όλες τις χώρες που ευρύτερα εμπλέκονται στις πολεμικές συμμαχίες και ανταγωνισμούς που διαμορφώνονται το επίδικο ζήτημα για τις εργαζόμενες τάξεις δεν είναι το ξεκαθάρισμα εθνικών λογαριασμών, η ανακατανομή ισχύος και εδαφών κλπ.: Απεναντίας τα κύρια επίδικα που τίθενται είναι η διεκδίκηση αποτροπής των συνθηκών κοινωνικής εξαθλίωσης που προωθούνται από τις επιμέρους αστικές τάξεις, όπως εξίσου και παράλληλα η προάσπιση των δημοκρατικών ελευθεριών, δικαιωμάτων και διαδικασιών. Να καλούνται σε στράτευση οι νέοι κυρίως πολίτες αυτών των χωρών για να υπερασπισθούν το «εθνικό μεγαλείο και την μητέρα πατρίδα», αντί της ταξικής κοινωνικής αντιπαλότητας προς τις ατελεύτητες πολιτικές λιτότητας, μαζικού αποκλεισμού εργαζομένων και νεολαίας από την απασχόληση, τις αντιδημοκρατικές πραξικοπηματικές καταστάσεις που έχουν επιβληθεί, την κατεδάφιση των κοινωνικών λαϊκών υπηρεσιών, αυτό είναι το πρωταρχικό αντιλαϊκό έγκλημα.
Εντούτοις η επιβολή του εθνικισμού και άρα της πιθανότητας συμμετοχής στα ενδεχόμενα πολεμικά σφαγεία, τα αναρίθμητα που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα στην ιστορία της και τα χειρότερα που έχουν προκαλέσει οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι του 20ου αιώνα, γίνεται εφικτή στο μέτρο που έχει προηγηθεί υποχώρηση ή και η καταστολή των επιμέρους εθνικών λαϊκών, δημοκρατικών και ριζοσπαστικών κινημάτων. Η στρατιωτική καταστολή της εξέγερσης της Πλατείας Ταχρίρ, η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και η μετατόπισή του στο πεδίο της αστικής νεοφιλελεύθερης πολιτικής, η ατελεύτητη καταστολή σε βάρος του δημοκρατικού, αριστερού και κουρδικού κινήματος στην Τουρκία, η συνεχής κόλαση της ωμής βίας του κράτους του Ισραήλ σε βάρος του παλαιστινιακού πληθυσμού κλπ., είναι προϋποθέσεις για να μπορούν οι επιμέρους καπιταλισμοί να μπορούν να παίξουν με όρους ιμπεριαλιστικών συμμαχιών και αντιπαραθέσεων στη διεθνή σκακιέρα. Μια μορφή αστικής κυριαρχίας που αντιμετωπίζει στο εσωτερικό της το κοινωνικό λαϊκό κίνημα σε μια κατεύθυνση ζωτικής αντιπαλότητας, δύσκολα μπορεί να μπει στο παιχνίδι των πολεμικών ανταγωνισμών της σημερινής συγκυρίας, γιατί έχει επίγνωση ότι σε αυτή την περίπτωση κινδυνεύει αυτή η ίδια η υπόστασή της. Το ειρηνικό κίνημα, οι αντιπολεμικές κινητοποιήσεις, η απαίτηση διάλυσης των στρατιωτικών συνασπισμών συνολικού ή περιφερειακού χαρακτήρα που προβάλει το αριστερό και εργατικό κίνημα καθώς πυκνώνουν τα σύννεφα των πολεμικών συρράξεων, δεν μπορούν να έχουν αποτελεσματικότητα αν δεν συνδέονται με εσωτερικά λαϊκά κινήματα ταξικής αντιπαλότητας, που είναι τα μόνα που είναι θέση  να αντιπαλέψουν τους ειδεχθείς εθνικισμούς και να λειτουργήσουν αποτρεπτικά στους σημερινούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Διαφορετικά θα παραμένουν νεκρό γράμμα όσο λειτουργούν οι πολεμικές μηχανές σε βάρος των επιμέρους εργατικών τάξεων.


Σχολιάστε Ελεύθερα!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...