Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019

Αποδρομής συνέχεια

Του Ερρίκου Φινάλη


Οι ηγέτες του δυτικού κόσμου μοιάζουν να κάνουν ό,τι μπορούν για να επιβεβαιώσουν την εκτίμηση ότι το στρατόπεδό τους «θυμίζει πια περισσότερο σκορποχώρι δίχως ενιαίο σχέδιο, παρά ένα μπλοκ ικανό να χαράσσει έναν στοιχειωδώς κοινό προσανατολισμό στη διεθνή σκακιέρα». Έτσι βιώνουμε έναν κόσμο σε πλήρη αναταραχή, με τις αντιθέσεις μεταξύ των ισχυρών του πλανήτη (αλλά και στο εσωτερικό των μεγάλων δυτικών δυνάμεων) να εκδηλώνονται με ολοένα και πιο έντονο τρόπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο ιδιότυπος εμφύλιος που διαπερνά την πολιτική τάξη και τις ελίτ των ΗΠΑ, ένα επεισόδιο του οποίου ζήσαμε αυτήν την εβδομάδα με την «απρόσμενη» αποπομπή του φιλοπόλεμου συμβούλου εθνικής ασφαλείας Μπόλτον από τον Τραμπ. Αυτός ο βορειοαμερικανικός εμφύλιος έχει σαν αποτέλεσμα μια εξωτερική πολιτική που μοιάζει αλλοπρόσαλλη και γεμάτη παλινωδίες, με την Ουάσιγκτον να καταγράφει αποτυχίες στα μέτωπα που η ίδια άνοιξε στη Μέση Ανατολή αλλά και στη Λατινική Αμερική. Το ίδιο χαρακτηριστική είναι και η πρωτοφανής πολιτική κρίση που έχει διχάσει το κάποτε στιβαρό βρετανικό πολιτικό σύστημα και την κοινωνία του κάθε άλλο παρά Ηνωμένου Βασιλείου.

Ταυτόχρονα εξακολουθεί να μαίνεται ο παγκόσμιος εμπορικός πόλεμος, με την Ευρώπη να πληρώνει ακριβά το μάρμαρο της αντιπαράθεσης ΗΠΑ-Κίνας, καθώς η Ουάσιγκτον σφίγγει τα λουριά στη Γηραιά Ήπειρο προκειμένου να αποτρέψει οποιαδήποτε διάθεση για απαγκίστρωση από τον ευρωατλαντισμό: άλλη μια ένδειξη ότι η κρίση του λεγόμενου ευρωπαϊκού οικοδομήματος επηρεάζεται όχι μόνο από την οικονομία αλλά και από τη γεωπολιτική. Μπροστά σε τέτοια πίεση, οι ηγέτες της Ε.Ε., αδυνατώντας να βρουν έναν κοινό βηματισμό, συνεχίζουν την εφαρμογή της γραμμής «ο σώζων εαυτόν σωθήτω»: ο Μακρόν αποφάσισε να επαναλειτουργήσει (μετά από 7 χρόνια διακοπής) το Συμβούλιο Συνεργασίας Γαλλίας-Ρωσίας για την Ασφάλεια, στέλνοντας τους Γάλλους υπουργούς Εξωτερικών και Άμυνας στη Μόσχα για επίσημες διμερείς συναντήσεις με τους Ρώσους ομολόγους του. Εκεί ο Γάλλος ΥΠΕΞ Ζαν-Ιβ Λε Ντριάν δήλωσε ότι «έχει φθάσει η στιγμή για να υπερβούμε τη δυσπιστία μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης». Η Μέρκελ από την πλευρά της, φάντασμα του παλιότερου εαυτού της και με τη Γερμανία να έχει μετατραπεί σε παράπλευρη απώλεια των διασταυρούμενων πυρών μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, επισκέφθηκε το Πεκίνο αναζητώντας τη δυνατότητα συνεννόησης με την κινεζική ηγεσία και, βέβαια, ενέσεις αναζωογόνησης της ασθμαίνουσας γερμανικής οικονομίας από κινεζικές επενδύσεις.

Αντίθετα, το αντίπαλο στη Δύση στρατόπεδο, χωρίς να είναι ενιαίο κι αυτό, μοιάζει πολύ πιο στοχοπροσηλωμένο. Ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ, αδιαμφισβήτητος ηγέτης και εκφραστής μιας μακρόπνοης στρατηγικής του Πεκίνου που στηρίζεται ομόθυμα από όλους τους δυναμικούς πυλώνες της ασιατικής δύναμης, εξακολουθεί να επεκτείνει μεθοδικά τους νέους Δρόμους του Μεταξιού και να παίρνει πρακτικά μέτρα για την υποστήριξη της «προσεκτικής» αλλά διαρκούς αύξησης της κινεζικής επιρροής που αυτή η πολιτική ανοίγει σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο. Ο Ρώσος ομόλογός του, ο Βλαντιμίρ Πούτιν, χωρίς υπολογίσιμο αντίπαλο στο εσωτερικό του, εφαρμόζει ένα αντίστοιχο μεθοδικό σχέδιο για την περαιτέρω ενδυνάμωση της ρωσικής ισχύος, καταφέρνοντας να ελαχιστοποιήσει τις επιπτώσεις της δυτικής περικύκλωσης και σημειώνοντας επιτυχίες στο συριακό και άλλα μέτωπα. Και οι δύο μαζί, όπως και άλλες περιφερειακές δυνάμεις, εκμεταλλεύονται τα αλλεπάλληλα κύματα αστάθειας και διχασμού που χτυπούν το ζαλισμένο και αποπροσανατολισμένο δυτικό μπλοκ για να παγιώσουν και να επεκτείνουν τα κέρδη τους. Βγαίνει και κάτι εν δυνάμει θετικό όμως σε ένα τέτοιο γεωπολιτικό περιβάλλον – υπό την προϋπόθεση να διαβαστεί με τα γυαλιά του σήμερα, κι όχι με παλιούς φακούς που παραμορφώνουν την πραγματικότητα για να τη στριμώξουν σε σχήματα του χθες: δημιουργούνται χαραμάδες ανάσας για τους λαούς και ανοίγονται δυνατότητες για χώρες που θέλουν να ακολουθήσουν μια διαφορετική πορεία.

Ο Τραμπ προσπαθεί να (ξανα)βάλει τάξη στο σπίτι του 



Η απόλυση του Μπόλτον από τον Αμερικανό πρόεδρο εξέπληξε πολλούς, και προκάλεσε ριπές υποκριτικής αντίδρασης, αν και δεν θα έπρεπε: ο μέχρι προχθές σύμβουλος εθνικής ασφαλείας διαρκώς υπονόμευε την απόπειρα του Τραμπ να απαγκιστρωθεί από μέτωπα τα οποία θεωρούσε ότι σπαταλούν δυνάμεις και πόρους που θα έπρεπε να επενδυθούν στο σχέδιο εσωτερικής ανόρθωσης των ΗΠΑ. Αυτή είναι για τον Τραμπ η προτεραιότητα και η απάντηση στην προϊούσα υποβάθμιση της βορειοαμερικανικής υπερδύναμης στο διεθνές στερέωμα, που συμπυκνώνεται στο περίφημο σύνθημά του «Πρώτα η Αμερική». Από την άλλη, πρόκειται για μια γραμμή που προκαλεί πανταχόθεν επιθέσεις στον Τραμπ, ο οποίος κατηγορείται έτσι επιτείνει αντί να ανακόπτει τη διεθνή αποδυνάμωση των ΗΠΑ.

Πριν συνεχίσουμε όμως, έχει ενδιαφέρον να δούμε κάποια στοιχεία που αναδεικνύουν το εσωτερικό πρόβλημα στις ΗΠΑ, η επίλυση του οποίου (όπως κι αν την εννοεί…) είναι κατά τον Τραμπ προϋπόθεση για να ανακτήσουν την παγκόσμια επιρροή τους. Έτσι, στη φετινή έκθεσή του για τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, το ΔΝΤ επισημαίνει ένα παράδοξο: τα κέρδη από την παρατεταμένη περίοδο ανάπτυξης της βορειοαμερικανικής οικονομίας, τη μεγαλύτερη ιστορικά σε διάρκεια, είναι τόσο ανισόμετρα κατανεμημένα ώστε χειροτερεύουν την κατάσταση για την πλειοψηφία των πολιτών αντί να τη βελτιώνουν. Δύο παραδείγματα: Πρώτον, μειώνεται περαιτέρω το προσδόκιμο ζωής των Βορειοαμερικανών, όντας πλέον ένα από τα χαμηλότερα μεταξύ των χωρών του G7. Δεύτερον, διευρύνεται η οικονομική ανισότητα και η φτώχεια: σχεδόν ένας στους δύο Αμερικανούς βιώνει μείωση του πλούτου του τα τελευταία 35 χρόνια, και 45 εκατομμύρια ζουν πλέον κάτω από τα όριο της φτώχειας.

Απόπειρες απαλλαγής από συγκρούσεις καταδικασμένες σε αποτυχία


Η «απάντηση» που έδιναν σε αυτήν την κατάσταση οι προηγούμενες κυβερνήσεις των ΗΠΑ ήταν πολεμικές και άλλες επεμβάσεις σε όλο τον κόσμο ώστε να συμμορφωθούν οι απείθαρχοι, και να απομυζήσει κέρδη η βορειοαμερικανική οικονομία από την υπερεκμετάλλευση τρίτων χωρών και από την ανάπτυξη που θα έφερνε η εκρηκτική διόγκωση της πολεμικής βιομηχανίας και των «συναφών κλάδων». Το αποτέλεσμα ήταν αλλεπάλληλες γεωπολιτικές αποτυχίες και ενθυλάκωση των όποιων κερδών από μια ολιγάριθμη ελίτ. Εξ ου και η διαφορετική επιλογή του υποτίθεται «τρελού» Τραμπ, να απεγκλωβιστεί από κοστοβόρες συγκρούσεις. Έτσι ήρθαν οι αγκαλιές με τους Βορειοκορεάτες, οι διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν για αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν, η προσπάθεια επαναπροσέγγισης του Ερντογάν κ.ο.κ. Από την άλλη βέβαια, ως υποχώρηση στα πιο πολεμοχαρή και αντιδραστικά λόμπι που στήριζαν τον Τραμπ στον ενδοαμερικανικό εμφύλιο, ήρθε η στοχοποίηση του Ιράν, η απόπειρα ανατροπής του Μαδούρο στη Βενεζουέλα, η συνέχιση της περικύκλωσης της Ρωσίας κ.λπ.

Ο αποπεμφθείς Μπόλτον αποτελούσε προσωποποίηση αυτής της επιθετικής πολιτικής, που στην πράξη υπονόμευε τις τακτικές κινήσεις του Αμερικανού προέδρου. Μαζί με άλλους (όπως ο αντικομμουνιστής Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Ρούμπιο) χρεώνεται μεταξύ άλλων το φιάσκο της Βενεζουέλας, όπου οι ΗΠΑ ρεζιλεύτηκαν στηρίζοντας έναν ανίκανο και αναποτελεσματικό πραξικοπηματία, όπως και το διαρκές σαμποτάρισμα της προσπάθειας του Τραμπ να ξανανοίξει διαύλους επικοινωνίας με την Τεχεράνη. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν η ανατίναξη από τον Μπόλτον, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, της συμφωνίας με τους Ταλιμπάν για έξοδο των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν. Αυτό ίσως εξηγεί και τους… θρήνους των Δημοκρατικών για την αποπομπή του Μπόλτον, ενώ υποτίθεται ότι τον θεωρούσαν ακραίο αντίπαλό τους.

Όλα ανοιχτά ενώ ξεκινά και η προεκλογική περίοδος


Φυσικά ο Τραμπ δεν μπορεί να σταθεί διαρρηγνύοντας πλήρως τους δεσμούς του με τα λόμπι των γερακιών, ιδίως αφού αναζωπυρώνονται (ενώ έχει αρχίσει η προεκλογική καμπάνια για τις επόμενες προεδρικές εκλογές) οι κατηγορίες ότι βγήκε πρόεδρος με τις πλάτες του Πούτιν. Εξ ου και οι διαρκώς αντιφατικές δηλώσεις του, με τελευταίο παράδειγμα τη διαβεβαίωση που έδωσε στον Ρούμπιο ότι έδιωξε τον Μπόλτον επειδή… παραήταν διαλλακτικός με τον Μαδούρο! Οι επόμενες εβδομάδες ίσως δείξουν ότι δεν είναι «πολύ σκληρότερος» από το πιο φιλοπόλεμο στέλεχος που είχε η τρέχουσα αμερικανική διοίκηση, αλλά απλώς κερδίζει χρόνο. Αυτό δείχνει εξάλλου και το τελευταίο κλείσιμο του ματιού στην ιρανική ηγεσία (η οποία πανηγύρισε για το διώξιμο του Μπόλτον), με το μήνυμα ότι «μπορεί να βρεθεί ειρηνική λύση».

Στο μεταξύ, οι αντίπαλοί του –τόσο εντός των Ρεπουμπλικανών, όπου δεν έχει αναδειχθεί ακόμη κανείς εσωκομματικός διεκδικητής του χρίσματος με αξιώσεις, όσο και στο Δημοκρατικό Κόμμα– δεν δεν φαίνεται να βρίσκουν ένα βηματισμό, παρά την ομόψυχη αντίθεσή τους στον Τραμπ. Ενδεικτικά, το προχθεσινό εσωκομματικό ντιμπέιτ στο Τέξας δέκα εκ των είκοσι(!) υποψήφιων για το χρίσμα των Δημοκρατικών έβγαλε μόνο «συντροφικά μαχαιρώματα» και αμηχανία. Ο επικρατέστερος ως τώρα υποψήφιος, ο πρώην αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν, φάνηκε άχρωμος και άοσμος προσπαθώντας να ικανοποιήσει «μετριοπαθώς» τους πάντες, χωρίς τελικά να ευχαριστήσει κανέναν. Οι δέκα αρπάχτηκαν ακόμη και για θέματα που υποτίθεται ότι ήταν σημαία της προεδρίας Ομπάμα, όπως η καθιέρωση ενός στοιχειώδους συστήματος κοινωνικής πρόνοιας… Σε αυτήν την κατάσταση, και σε ενδεχόμενες (όλο και πιο αβέβαιες) μελλοντικές επιτυχίες του, ποντάρει ο Τραμπ για να ανατρέψει τα δυσμενή γι’ αυτόν προγνωστικά των προεδρικών εκλογών του 2020.

Εμπορικός πόλεμος με παράπλευρες απώλειες – και κέρδη 



Το πρωί της Τετάρτης το Πεκίνο ανακοίνωσε ότι, «σε ένδειξη καλής θέλησης ενόψει των προσεχών εμπορικών διαπραγματεύσεων ΗΠΑ-Κίνας» εξαιρεί από δασμούς 16 αμερικανικά προϊόντα για ένα χρόνο. Το βράδυ της ίδιας μέρας ήρθε η απάντηση του Τραμπ: προσωρινή αναβολή στην αύξηση των δασμών σε κινεζικά προϊόντα αξίας 250 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο Αμερικανός πρόεδρος εξήγησε ότι ανταποκρίθηκε σε αίτημα του Κινέζου αντιπροέδρου Λιου Χε, που του είχε ζητήσει «να μην σκιάσει την επέτειο των 70 χρόνων από την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας». Η εξήγηση που έδωσε ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν ήταν πιο πραγματιστική: «Ο πρόεδρος είναι διαπραγματευτής, και δεν επιδιώκει μια οποιαδήποτε συμφωνία, αλλά μια καλή συμφωνία».

Γεγονός είναι ότι αυτές οι αμοιβαίες κατευναστικές κινήσεις μπορεί να μην ανατρέπουν το πολεμικό κλίμα, αλλά προσφέρουν και στις δύο πλευρές μια ανάπαυλα, παρόλο που η ουσία του προβλήματος παραμένει: το Πεκίνο επιδιώκει μια συμφωνία που θα επιτρέψει την επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς «ελεύθερων» συναλλαγών, ενώ η Ουάσιγκτον ζητά μια επωφελή γι’ αυτήν πλήρη αναδιάρθρωση των εμπορικών σχέσεων. Η «ανακωχή» όμως συμφέρει αυτή τη στιγμή και τις δύο πλευρές. Το μεν Πεκίνο έχει να αντιμετωπίσει τον πονοκέφαλο του Χονγκ Κονγκ και να διοργανώσει απερίσπαστο έναν εντυπωσιακό γιορτασμό για τα 70ά γενέθλιά του. Η δε Ουάσιγκτον θέλει να σταματήσει τις Κασσάνδρες που προβλέπουν μια νέα ύφεση, και να ικανοποιήσει δεκάδες αμερικανικές πολυεθνικές που είναι «σοβαρά εκτεθειμένες» λόγω των τεράστιων επενδύσεών τους στην Κίνα.

Η Ευρώπη υπό διαρκή πίεση


Όμως ο κλάδος ελαίας, έστω και προσωρινός, δεν αφορά τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, κι ας είναι η τελευταία σύμμαχος και όχι αντίπαλος της Ουάσιγκτον: οι δασμοί που έχουν επιβληθεί παραμένουν ως έχουν, σαν μαστίγιο που υπενθυμίζει στην Ε.Ε. τις επερχόμενες τιμωρίες σε περίπτωση που επιχειρήσει να συνδιαλλαγεί αυτόνομα με τη Ρωσία ή/και την Κίνα. Τυχόν παρέκκλιση της Ευρώπης από τον ευρωατλαντικό προσανατολισμό δεν θα γίνει ανεκτή από την κυβέρνηση Τραμπ: αυτό είναι το μήνυμα που στέλνει η Ουάσιγκτον είτε με δασμούς είτε με παρεμβάσεις του Πομπέο και άλλων Αμερικανών αξιωματούχων στις ευρωπαϊκές υποθέσεις – περιλαμβανομένης της υποστήριξης του Brexit που, όσο κι αν οι Βρυξέλλες παριστάνουν τις ψύχραιμες, θα πλήξει κι άλλο την αποδιαρθρωμένη «ολοκλήρωση».

Η… προληπτική τιμωρία δεν ισχύει ωστόσο για άλλες περιφερειακές οικονομίες, που επωφελούνται από τον παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο: αυτή είναι η περίπτωση μικρότερων ασιατικών δυνάμεων, όπως το Βιετνάμ, αλλά κυρίως του Μεξικού. Το τελευταίο γνωρίζει ένα νέο κύμα βορειοαμερικανικών επενδύσεων εκμεταλλευόμενο τα σχετικά πλεονεκτήματα που προσφέρει η γεωγραφική θέση του, οι πολύπλευρες στενές σχέσεις με τον βόρειο γείτονά του και οι νέου τύπου συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και ευνοϊκού καθεστώτος επενδύσεων που έχει συνάψει με τις ΗΠΑ και δεκάδες ακόμη χώρες. Συμπέρασμα: όποια κι αν είναι η εξέλιξη της παγκόσμιας εμπορικής αναμέτρησης, η Ε.Ε. είναι ο μοναδικός ίσως «μεγάλος» παίκτης που είτε έτσι είτε αλλιώς βρίσκεται ριγμένος, αφού αδυνατεί να σχεδιάσει μια κοινή προοπτική.

Πηγή: e-dromos.gr



Ερρίκος Φινάλης: Σχετικά με τον Συντάκτη





Σχολιάστε Ελεύθερα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...