Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Τους παληούς και νέους φίλους καλώ! Του Θανάση Μπαρτσώκα


Διαβάζοντας στην ISKRA την είδηση για την εκδήλωση τιμής στον πρωτοκαπετάνιο ΄Αρη Βελουχιώτη στις 17-18 Ιούνη 2018 σκέφτηκα να γράψω κάτι για την πατριώτη μου Θανάση Κλάρα.
Ψάχνοντας όμως στην αγαπημένη μου ιστοσελίδα «Ευρυτάνας Ιχνυλάτης» βρήκα ένα εξαιρετικό κείμενο του πρωτοπόρου αγωνιστή, δημοσιογράφου, και αδελφικού φίλου του ΄Αρη Τάκη Φίτσιου,  που εκτελέστηκε αργότερα από τοθς μοναρχοφασίστες στις 17 Απρίλη του ΄49  μαζί με την μικρή Αλίκη Τσουκαλά και την Μαρία Λαφαζάνη.
Το οποίο και παραθέτω:
_________________________________
Ταξιδεύοντας με τον ΄Αρη
«Πλημμύριζαν τα βουνά κι’ οι κάμποι μές στο ξανθό φως τ’ Απρίλη, κι’ έλαμπαν οι βασανισμένες καρδιές, κι’ άνθιζε πάνω στα πικραμένα χείλη το χαμόγελο, κι είταν χαρά κι’ ενθουσιασμός και πανηγύρι της χαροκαμένης χωριάτικης ζωής. Κ’ η σκέψη κορυδαλός που πετούσε ψηλά στ’ ακροούρανα και το γαλάζιο φέγγος που απλώνονταν παντού έκανε να σμίγουν χαρούμενες οι φωνές των ανθρώπων, έριχνε το λογισμό στο όνειρο, στο γλυκό όνειρο μιας ευχάριστης πραγματικότητας. Κ’ είταν χαρά, κι’ είταν φως, κι’ ήταν γλυκασμός της ψυχής κι’ ελπίδα γοργοφτέρουγη και θάμπος αχτιδοβόλο και δεν είταν άλλο παρά ο πόθος κι’ η λαχτάρα, κι’ ο βόγγος, κι’ η κραυγή μες απ’ τα πονεμένα στήθη τα Ελληνικά:
-Ζήτω ο Άρης! Αυτό είταν.
Και κείνος, καβαλλάρης, διάβαινε γοργά, και πίσω του καβαλλάρηδες, οι μαυροσκούφηδες, με τα όπλα τα βουτηγμένα στο άτιμο το αίμα του καταχτητή και των προδοτών, τα άγια τα όπλα, παιδιά ηλιοκαμένα του λαού μας, κι είχαν πάρει κι’ αυτά κάτι απ’ τον ανέκφραστο αέρα του Αρχηγού τους, και κάλπαζαν τ’ άλογα  και βροντούσαν θριαμβευτικά τα’ άρματα, και γύρω και μπρος, και παντού, ο λαός, άντρες, γυναίκες, γέροι, κορίτσια, επονίτες γεμάτοι σεμνή οργή, κι αετόπουλα που τιτίβιζαν κι έκαναν τόση φασαρία με τις χαρούμενες τσιριχτές φωνούλες τους :
Ζήτω ο Άρης.
Κι οι μανάδες, με τις γιορτάσιμες μαντήλες τους, έδειχναν στα παιδιά τους, κρατώντας τα στην αγγαλιά, με θαυμασμό δυσκολόκρυφτο και καμάρι, τον Αρχηγό που πέζευε και φιλούσε το σεβάσμιο χέρι του γεροπατέρα που ‘χασε το γιο του στον πόλεμο ή της γριάς μάνας π’ αχνότρεμαν τα μαραμένα χείλη της απ’ τη συγκίνηση, και τα μωρά έπιαναν τα γένια του κι’ έπαιζαν μ’ αυτά κι’ άπλωναν προς αυτόν τα χεράκια τους ή ξαφνιάζονταν καθώς τον έβλεπαν και με φόβο έκρυβαν το προσωπάκι τους το χλωμό απ’ τη στέρηση, στον κόρφο της μάννας τους.
Ολάκερη η λεβέντικη ψυχή του λαού μας η απέθαντη ψυχή, η ψυχή που βογγάει και λαχταράει και πονάει και στέκεται ολόρθη, πολεμιστής ακατάβλητος, πολεμιστής αντρειωμένος για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά, δείχνονταν περίλαμπρη αυτές τις ώρες, τις αξέχαστες ώρες, καθώς κάλπαζαν τα’ άλογα, και βροντούσαν θριαμβικά τα’ άρματα, κι’ αντιλαλούσε το τραγούδι το ηρωϊκό.
Λαμποκοπούν χρυσά σπαθιά
πέφτουν  ντουφέκια ανάρια,
ο Άρης κάνει πόλεμο
μ’ αντάρτες παλληκάρια ..
Έξω, στον κάμπο, σήκωναν ψηλά τα ροζιασμένα χέρια τους οι αγρότες, κ’ οι αγρότισσες τις αξίνες τους χαιρετώντας μ’ αυτές καθώς έσκαβαν τη γη, και σταματούσαν ξαφνιασμένοι στο αναπάντεχο πέρασμα των μαυροσκούφηδων, κι΄ έτρεχαν και πηδούσαν, σαν κατσίκια τους φράχτες και τα χαντάκια, κι έρχονταν να ιδούν «τουν καπιτάνιου» κι όσοι τον ήξεραν από παληότερα που πέρασε απ’ το χωριό τους, του’λεγαν καμαρωτά και με πεποίθηση:
– «Αμ’ έννοια σ’ Αρχηγέ μ’ κι ειν’ ούλου του χουριό μι του Ιαμ, κι μι σας τα’ αντάρτις. Άϊντι στι δλειά σ’, άϊντι στου καλό, κι μεις ιδώ είμαστ, βαστάμι γιρά». …
Κι’ έλαμπαν οι καρδιές όλων, οι βασανισμένες καρδιές, κι είταν χαρά, κι είταν φως, κι είταν ήλιος, ένας μεγάλος ήλιος μέσα σ’ όλους μας που θέρμαινε κ’ είταν πόνος γλυκός, κ’ είταν πεποίθηση.
Κ’ ύστερα, κι’ άλλοι κάμποι, κι άλλα βουνά, κι’ άλλα χωριά, και κάλπαζαν τ’ άλογα, και βροντούσαν θριαμβικά τα’ άρματα, και παντού η ανίκητη ψυχή του λαού, του λαού μας, που παλεύει κι’ αγωνίζεται με την αξίνα στο χωράφι, με το σφυρί στο εργοστάσιο, με το ντουφέκι στο χέρι για τη λευτεριά, τη χιλιάκριβη λευτεριά…»
Τ. ΦΙΤΣΟΣ
——————————————————-
Ο ΄Αρης και τα «πουλιά»

Στον καπετάνιο άρεσε να βλέπει τις κινήσεις των πουλιών, μάθαινε απ΄ αυτά την τακτική του και στην άμυνα και στην επίθεση.
΄Όμως ο ΄Αρης ονόμαζε «πουλιά» τα νιάτα.
΄Αλλωστε και ο ίδιος ήταν «πουλί».
Εγκατέλειψε  όπως και όλοι οι Κλαραίοι την «εύκολη», «ξέγνοιαστη» ζωή , μιάς και ήταν γόνος πολύ εύπορης οικογένειας, ο πατέρας του δικηγόρος και γαιοκτήμονας, και ρίχτηκε στον αγώνα για το δίκαιο και τη λευτεριά.
Εξ΄άλλου «πέθανε» και πολύ νέος, δεν είχε κλείσει ακόμη τα σαράντα.
Ο ΄Αρης σε αντίθεση με αυτά που πολλές φορές γράφονται  έπαιρνε  και εκτελούσε πάντα «εντολές», έλεγα όμως ανοιχτά και καθαρά την άποψή του.
Εκτός βέβαια από την «τελευταία εντολή» που δεν την άντεξε, είτε γιατί ήλπιζε
σε κάτι, είτε γιατί είχε ανακαλύψει το «μυστικό του ελέφαντα».
΄Ομως το κυριότερο ζήτημα κατά την γνώμη μου σήμερα είναι τι γίνεται με τα σημερινά «πουλιά».
Χιλιάδες απ΄αυτά έχουν γίνει «διαβατάρικα»  και αυτά που είναι εδώ παλεύουν για την «επιβίωση» με ψαλιδισμένα τα όνειρα και τις ελπίδες.
Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα της νέας κατοχής και το μεγάλο έγκλημα μιας δράκας δειλών που συνηθισμένοι στην καρκινική γραφή το 62% το διαβασαν 26% για το «καλό μας βέβαια !!!).
Πολλοί αδαείς ονομάζουν τα «σημερινά πουλιά»  τεμπέλικα, αργόσχολα, απολίτικα, και πολλά άλλα κοσμητικά επίθετα.
Όμως  δεν μπορούν να καταλάβουν ότι τα σημερινά παιδιά «λουφάζουν», που στη σωστή αντάρτικη γλώσσα,σημαίνει, ότι περιμένω την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθώ.
Επειδή από την μελέτη όλων των σταθμών των επαναστατικών κινημάτων, όλα γίνανε με Μέτωπα που δεν ήταν το κυρίαρχο η ιδεολογική καθαρότητα, αλλά αυτό που επιτάση  η εποχή με σαφή προοπτική μια κοινωνία του «κοινού» ή kommon και φυσικά «ουμανισμού» ή oumanism.
΄Αρα ένα αντιμνημονιακό πολιτικό, πατριωτικό  και εκλογικό μέτωπο είναι επίκαιρο και αναγκαίο όσο ποτέ.
 

——————————-

Προσωπικά θα είμαι παρόν σαν σε «γιορτή» όπως κάναν για τους παλιότερους καπετανέους.
΄Ενα ταξίδι αναστοχασμών, μια ανάσα, μια χαλάρωση με καλή παρέα αλλά και απόκτησης τυου απαραίτητου κουράγιου για να γυρίσουμε στα «γνώριμα χώματα».
Γιατί τα «γνώριμα χώματα» έχουν την ιδιότητα όταν πέφτεις να σηκώνεσαι πιο γρήγορα.
Φυσικά τα «γνώριμα χώματα» για την Αριστερά δεν  έχουν γεωγραφικό  προσδιορισμό απλά, είναι οι δρόμοι των αγώνων και τα «σύγχρονα οδοφράγματα» υπεράσπισης της ανθώπινης αξιοπρέπειας.
Θανάσης Μπαρτσώκας


Υ.Γ: Όσοι μπορούν να βλέπουν αυτόν τον πολύπικρο χαμό και δεν ξεσηκώνονται ν’ αναμετρηθούνε μαζί του, παρά χώνονται πιο βαθειά στις ναρκωμένες τους αισθήσεις, αυτοί δε μπορεί να ονομαστούνε ζωντανοί…”

(Του αείμνηστου βραβευμένου Ευρυτάνα συγγραφέα Δημήτρη Σταμέλου
iskra.gr


Σχολιάστε Ελεύθερα!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...